304 αποτελέσματα για «直»

直接利用者 ちょくせつりようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άμεσος χρήστης
直前指定要素 ちょくぜんしていようそ

ουσιαστικό

  1. 01 προηγούμενο καθορισμένο στοιχείο
直定数 ちょくていすう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτολεξεί, κυριολεκτικός
直並列変換器 ちょくへいれつへんかんき

ουσιαστικό

  1. 01 στατικοποιητής
  2. 02 μετατροπέας σειράς-παράλληλου
直列データ回線 ちょくれつデータかいせん

ουσιαστικό

  1. 01 δεδομένα κυκλώματος σε σειρά
直列加算 ちょくれつかさん

ουσιαστικό

  1. 01 σειριακή πρόσθεση
直列加算器 ちょくれつかさんき

ουσιαστικό

  1. 01 σειριακός αθροιστής
直列伝送 ちょくれつでんそう

ουσιαστικό

  1. 01 σειριακή μετάδοση
直交振幅変調 ちょっこうしんぷくへんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 τετραγωνική διαμόρφωση πλάτους, QAM
ただ

επίθετο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ευθύς, άμεσος
直腸膣瘻 ちょくちょうちつろう

ουσιαστικό

  1. 01 ορθοκολπικό συρίγγιο
直腸膣 ちょくちょうちつ

ουσιαστικό

  1. 01 ορθοκολπικός
直和集合 ちょくわしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 ευθύ άθροισμα
直交化平面波 ちょっこうかへいめんは

ουσιαστικό

  1. 01 ορθογωνισμένο επίπεδο κύμα, OPW
直留 ちょくりゅう

άλλο

  1. 01 απευθείας αποσταγμένος
  2. 02 ευθύς
直留軽油 ちょくりゅうけいゆ

ουσιαστικό

  1. 01 απευθείας απόσταξης ντίζελ
直接要因 ちょくせつよういん

ουσιαστικό

  1. 01 άμεση αιτία, προσδιοριστική αιτία
直翅類 ちょくしるい

ουσιαστικό

  1. 01 ορθόπτερα
直接受身 ちょくせつうけみ

ουσιαστικό

  1. 01 άμεση παθητική φωνή
直叩き じかたたき

ουσιαστικό

  1. 01 απευθείας πρόσβαση στο υλικό