324 αποτελέσματα για «立»
立ち後れ たちおくれ
ουσιαστικό
- 01 καθυστερημένη έναρξη
立入調査 たちいりちょうさ
ουσιαστικό
- 01 επιτόπιος έλεγχος
立体化学 りったいかがく
ουσιαστικό
- 01 στερεοχημεία
立て箸 たてばし
ουσιαστικό
- 01 το κάρφωμα των ξυλακίων (chopsticks) όρθια μέσα σε μπολ με ρύζι (παράβαση των κανόνων ευγενείας)
立て行司 たてぎょうじ
ουσιαστικό
- 01 αρχιδιαιτητής
立ちどころに たちどころに
επίρρημα
- 01 αμέσως, επί τόπου, ακαριαία
立退料 たちのきりょう
ουσιαστικό
- 01 αποζημίωση έξωσης, αποζημίωση για αναγκαστική απομάκρυνση
立纓 りゅうえい
ουσιαστικό
- 01 όρθιο πτερύγιο (του παραδοσιακού ιαπωνικού καπέλου)
立て石 たていし
ουσιαστικό
- 01 ορόσημο, λιθίνη πινακίδα
- 02 όρθια πέτρα (π.χ. σε κήπο)
- 03 μενίρ
立替払 たてかえばらい
ουσιαστικό
- 01 πληρωμή για λογαριασμό τρίτου (με την προσδοκία αποζημίωσης)
立て込める たてこめる
ρήμα
- 01 είμαι ερμητικά κλεισμένος
立羽蝶 たてはちょう
ουσιαστικό
- 01 νυμφαλίδα (οποιαδήποτε πεταλούδα της οικογένειας των Νυμφαλιδών)
立浪草 たつなみそう
ουσιαστικό
- 01 Σκουτελλάρια η ινδική (είδος της σκουτελλάριας)
立ち退かせる たちのかせる
ρήμα
- 01 διώχνω από οίκημα, αποβάλλω
立ち毛 たちげ
ουσιαστικό
- 01 αθέριστα καλλιεργήματα
立体鏡 りったいきょう
ουσιαστικό
- 01 στερεοσκόπιο
立坪 りゅうつぼ
ουσιαστικό
- 01 κυβικό τσουμπό (περίπου 6 κυβικά μέτρα)
立待月 たちまちづき
ουσιαστικό
- 01 φεγγάρι της δέκατης έβδομης ημέρας του σεληνιακού μήνα
立ち枯れ病 たちがれびょう
ουσιαστικό
- 01 αποσβεστική ασθένεια (σηψιρριζία), ξήρανση (των φυτών), μάρανση
立憲君主政体 りっけんくんしゅせいたい
ουσιαστικό
- 01 συνταγματική μοναρχία