294 αποτελέσματα για «花»
花筐 はながたみ
ουσιαστικό
- 01 καλάθι λουλουδιών
花の顔 はなのかんばせ
ουσιαστικό
- 01 όμορφο πρόσωπο
花の顔ばせ はなのかおばせ
ουσιαστικό
- 01 όμορφο πρόσωπο
花炭 はなずみ
ουσιαστικό
- 01 ανθόκαρβουνο (όπου ένα λουλούδι, σπόρος, κλαδί ή άλλο είδος χλωρίδας απανθρακώνεται αυτούσιο, διατηρώντας τη μορφή του)
花鮫 ハナザメ
ουσιαστικό
- 01 καρχαριοειδές του είδους Carcharhinus brevipinna, μακρόρυγχος γκρίζος καρχαρίας
花残月 はなのこしづき
ουσιαστικό
- 01 τέταρτος σεληνιακός μήνας
花虎の尾 はなとらのお
άλλο, ουσιαστικό
- 01 φυσιοστεγία η βιργινιανή, υπάκουο φυτό
花被片 かひへん
ουσιαστικό
- 01 τεπάλο
花月 かげつ
ουσιαστικό
- 01 λουλούδια και φεγγάρι
- 02 ραφινάτη ψυχαγωγία, κομψός ελεύθερος χρόνος
花独楽 はなごま
ουσιαστικό
- 01 χάρτινη σβούρα, που έχει σχήμα και χρώματα λουλουδιού
花菜漬け はななづけ
ουσιαστικό
- 01 τουρσί από μπουμπούκια ανθών ελαιοκράμβης
花疲れ はなづかれ
ουσιαστικό
- 01 κόπωση από την παρακολούθηση των ανθισμένων κερασιών
花泥棒は罪にならない はなどろぼうはつみにならない
άλλο, επίθετο
- 01 το να κλέβεις λουλούδια δεν αποτελεί έγκλημα
花びら回転 はなびらかいてん
ουσιαστικό
- 01 πορνεία κατά την οποία οι υπηρεσίες παρέχονται εκ περιτροπής από αρκετές γυναίκες (κυρίως σε ροζ σαλόνια)
花虫綱 かちゅうこう
ουσιαστικό
- 01 ανθόζωα (ομοταξία κνιδόζωων)
花大根 はなだいこん
ουσιαστικό
- 01 εσπερίδα (Hesperis matronalis), νυχτολούλουδο
- 02 ορυχοφρασμός ο ιοειδής (Orychophragmus violaceus)
花六 はなろく
ουσιαστικό
- 01 λαγόμορφο έξι (τυπικό νεκρό σχήμα στο γκο)
花衝羽根空木 はなつくばねうつぎ
ουσιαστικό
- 01 αμπέλια η μεγανθής (Abelia grandiflora)
花アナナス はなアナナス
ουσιαστικό
- 01 ροζ φτερό (τιλάντσια η κυανή)
花のしずく はなのしずく
ουσιαστικό
- 01 η δροσιά που στάζει από ένα λουλούδι