305 αποτελέσματα για «行»
行官庁 ぎょうかんちょう
ουσιαστικό
- 01 υπηρεσία διοικητικής διαχείρισης
行務 こうむ
ουσιαστικό
- 01 τραπεζικές εργασίες
行商稼業 ぎょうしょうかぎょう
ουσιαστικό
- 01 εμπορία με πλανόδιο πώληση
行ずる ぎょうずる
ρήμα
- 01 εκτελώ, πράττω, εξασκώ
行ってきます いってきます
άλλο
- 01 φεύγω (και θα επιστρέψω αργότερα), τα λέμε αργότερα
行司溜 ぎょうじだまり
ουσιαστικό
- 01 χώρος αναμονής του γκιότζι
行政紙削減法 ぎょうせいしさくげんほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος για την κατάργηση της κυβερνητικής γραφειοκρατίας (ΗΠΑ)
行構え ゆきがまえ
ουσιαστικό
- 01 ριζικό που αφορά την κίνηση
行刑官 ぎょうけいかん
ουσιαστικό
- 01 σωφρονιστικός υπάλληλος
行政機関個人情報保護法 ぎょうせいきかんこじんじょうほうほごほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος για την προστασία προσωπικών δεδομένων που τηρούνται από διοικητικά όργανα
行の高さ ぎょうのたかさ
ουσιαστικό
- 01 ύψος γραμμής
行の進む方向 ぎょうのすすむほうこう
ουσιαστικό
- 01 κατεύθυνση εξέλιξης σειράς
行の長さ ぎょうのながさ
ουσιαστικό
- 01 μήκος γραμμής
行ピッチ ぎょうピッチ
ουσιαστικό
- 01 διάστιχο
行印字装置 ぎょういんじそうち
ουσιαστικό
- 01 εκτυπωτής γραμμής
行起点 ぎょうきてん
ουσιαστικό
- 01 αρχική θέση γραμμής
行始端 ぎょうしたん
ουσιαστικό
- 01 αρχική θέση γραμμής
行進行方向 ぎょうしんこうほうこう
ουσιαστικό
- 01 προέλαση σε σχηματισμό
行数カウンタ ぎょうすうカウンタ
ουσιαστικό
- 01 μετρητής γραμμών
行先指示コード いきさきしじコード
ουσιαστικό
- 01 κωδικός δρομολόγησης