245 αποτελέσματα για «超»

超高齢社会 ちょうこうれいしゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 υπερήλικη κοινωνία, κοινωνία με πολύ υψηλό ποσοστό ηλικιωμένων
超速 ちょうそく

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικά υψηλή ταχύτητα, υπερταχύτητα
超新星フラッシュマン ちょうしんせいフラッシュマン

ουσιαστικό

  1. 01 Τσοσίνσεϊ Φλάσμαν (τηλεοπτική σειρά)
超人機メタルダー ちょうじんきメタルダー

ουσιαστικό

  1. 01 Τσοτζίνκι Μεταλντάρ (τηλεοπτική σειρά)
  1. 01 υπερβαίνω
  2. 02 υπερ-, σούπερ-
  3. 03 υπέρ-, έξτρα-, υπερβολικά-