377 αποτελέσματα για «通»

通貨発行益 つうかはっこうえき

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα έκδοσης νομίσματος, κέρδος από την έκδοση νομίσματος
通信路 つうしんろ

ουσιαστικό

  1. 01 δίαυλος, δίαυλος μετάδοσης δεδομένων
通常郵便 つうじょうゆうびん

ουσιαστικό

  1. 01 κανονική αλληλογραφία, ταχυδρομείο
通信条件 つうしんじょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτόκολλο επικοινωνίας
通券 つうけん

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτήριο, κάρτα διέλευσης, δελτίο πρόσβασης
通貨供給量 つうかきょうきゅうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 προσφορά χρήματος, νομισματική κυκλοφορία
通勤定期 つうきんていき

ουσιαστικό

  1. 01 μηνιαίο εισιτήριο μετακίνησης, εισιτήριο διαρκείας
通商産業大臣 つうしょうさんぎょうだいじん

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός διεθνούς εμπορίου και βιομηχανίας
通訳案内士 つうやくあんないし

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματίας ξεναγός-διερμηνέας, αδειοδοτημένος ξεναγός για την καθοδήγηση ξένων επισκεπτών στην Ιαπωνία
通級 つうきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακολουθώ πρόγραμμα ειδικής υποστήριξης κατά τη φοίτηση σε σχολείο γενικής αγωγής
通勤急行 つうきんきゅうこう

ουσιαστικό

  1. 01 εξπρές μετακίνησης, υπερταχεία μετακίνησης, ταχεία αμαξοστοιχία μετακίνησης
通約 つうやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απλοποίηση (ενός κλάσματος στους χαμηλότερους δυνατούς όρους)
通奏 つうそう

ουσιαστικό

  1. 01 εκτέλεση ολόκληρης σύνθεσης χωρίς διακοπή, συνεχές παίξιμο (ως υπόκρουση μιας μελωδίας)
通にはたまらない つうにはたまらない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ακαταμάχητο για τους γνώστες
通り掛け とおりがけ

ουσιαστικό

  1. 01 περαστικός (καθώς περνά από κάπου)
通信工学 つうしんこうがく

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεπικοινωνιακή μηχανική
通商産業 つうしょうさんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργείο διεθνούς εμπορίου και βιομηχανίας (1949-2001)
通産相 つうさんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός Διεθνούς Εμπορίου και Βιομηχανίας
通勤手当 つうきんてあて

ουσιαστικό

  1. 01 επίδομα μετακίνησης, επίδομα μεταφοράς για τη μετάβαση στην εργασία
通貨記号 つうかきごう

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβολο νομίσματος