347 αποτελέσματα για «長»

長尾鶏 ながおどり

ουσιαστικό

  1. 01 ναγκαοντόρι, μακρυούρικο κοτόπουλο (ποικιλία οικόσιτων πτηνών)
長日植物 ちょうじつしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 φυτό μακράς ημέρας
長期手形 ちょうきてがた

ουσιαστικό

  1. 01 μακροπρόθεσμη συναλλαγματική
長刀一枝 ちょうとういっし

ουσιαστικό

  1. 01 ένα μακρύ σπαθί
長距離依存 ちょうきょりいぞん

ουσιαστικό

  1. 01 εξάρτηση μακράς απόστασης (ή μακροπρόθεσμη εξάρτηση)
長母音 ちょうぼいん

ουσιαστικό

  1. 01 μακρόφωνο
長尺映画 ちょうじゃくえいが

ουσιαστικό

  1. 01 ταινία μεγάλης διάρκειας
長角牛 ちょうかくぎゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τσιοκακουγκιού, βοοειδές με μακριά κέρατα
長方向 ちょうほうこう

ουσιαστικό

  1. 01 διαμήκης κατεύθυνση
長期低利貸付 ちょうきていりかしつけ

ουσιαστικό

  1. 01 δάνειο με ευνοϊκούς όρους, δάνειο χαμηλού επιτοκίου
長距離電話会社 ちょうきょりでんわがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία υπεραστικών τηλεφωνικών επικοινωνιών
長黄金蜘蛛 ナガコガネグモ

ουσιαστικό

  1. 01 ναγκακογκανέγκουμο (είδος αράχνης Argiope bruennichi)
長鼻類 ちょうびるい

ουσιαστικό

  1. 01 προβοσκιδωτά
長いファイル名 ながいファイルめい

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο όνομα αρχείου
長さオクテット ながさオクテット

ουσιαστικό

  1. 01 οκτάδες ένδειξης μήκους
長さ指示子 ながさしじし

ουσιαστικό

  1. 01 δείκτης μήκους, LI
長距離キャリア ちょうきょりキャリア

ουσιαστικό

  1. 01 πάροχος υπεραστικών τηλεπικοινωνιών
長距離会社 ちょうきょりがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία υπεραστικών μεταφορών
長距離電話事業 ちょうきょりでんわじぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία τηλεφωνίας υπεραστικών κλήσεων
長弧 ちょうこ

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύ τόξο