556 αποτελέσματα για «上»

上向 じょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 ανοδική πορεία, βελτίωση
上歯 うわば

ουσιαστικό

  1. 01 άνω δόντια
上図 じょうず

ουσιαστικό

  1. 01 το παραπάνω σχήμα (διάγραμμα, εικονογράφηση, γράφημα, χάρτης κ.λπ.)
上作 じょうさく

ουσιαστικό

  1. 01 καλή σοδειά, αριστούργημα
上級曹長 じょうきゅうそうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιλοχίας
上層建築 じょうそうけんちく

ουσιαστικό

  1. 01 ανωδομή, επάνω όροφοι
上米 じょうまい

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι πρώτης ποιότητας
上女中 かみじょちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιυπηρέτρια
上野戦争 うえのせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 μάχη του Ουένο (μάχη του πολέμου Μπόσιν, 1868)
上海事変 シャンハイじへん

ουσιαστικό

  1. 01 Επεισόδιο της Σαγκάης (1932), επεισόδιο της 28ης Ιανουαρίου
  2. 02 Μάχη της Σαγκάης (1937)
上場会社 じょうじょうがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εισηγμένη εταιρεία (σε χρηματιστήριο), δημόσια διαπραγματεύσιμη εταιρεία
上位概念 じょういがいねん

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτερη έννοια, υπερώνυμη έννοια, ευρύτερος όρος
上世 かみつよ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαιότητα, αρχαίοι χρόνοι
上国 じょうこく

ουσιαστικό

  1. 01 επαρχία δεύτερης ανώτατης βαθμίδας (σύστημα ριτσουριό)
  2. 02 επαρχίες κοντά στην πρωτεύουσα
上板 あげいた

ουσιαστικό

  1. 01 κινητές σανίδες δαπέδου, καταπακτή
上調子 うわちょうし

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υψηλός τόνος
  2. 02 υψηλότερος τόνος
上顧客 じょうこきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 πιστός πελάτης, σημαντικός πελάτης
上海語 シャンハイご

ουσιαστικό

  1. 01 σαγκαϊανή διάλεκτος (διάλεκτος της γου κινεζικής)
上帯 うわおび

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική ζώνη
上つ方 うえつがた

ουσιαστικό

  1. 01 ευγενείς, ανώτερη τάξη