299 αποτελέσματα για «主»

主題表示 しゅだいひょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 ένδειξη θέματος
主配線盤 しゅはいせんばん

ουσιαστικό

  1. 01 κύριος κατανεμητής (Main Distribution Frame)
主アド おもアド

ουσιαστικό

  1. 01 κύριος δευτεραγωνιστής, βασικός δευτερεύων ή υποστηρικτικός ρόλος
主を取る しゅをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βρίσκω νέο αφέντη
にし

αντωνυμία

  1. 01 εσύ

επίθημα

  1. 01 τιμητικό (ή οικείο) επίθεμα που χρησιμοποιείται μετά από ένα όνομα
主要納入先 しゅようのうにゅうさき

ουσιαστικό

  1. 01 κύριοι πελάτες, κύριος πελάτης, βασικοί πελάτες, βασικός πελάτης
主殿造り しゅでんづくり

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμη φάση του αρχιτεκτονικού ρυθμού κατοικιών σόιν-ζουκούρι
主公 しゅこう

ουσιαστικό

  1. 01 άρχοντας, κύριος
  2. 02 κεντρικός χαρακτήρας, πρωταγωνιστής
主要組織適合遺伝子複合体 しゅようそしきてきごういでんしふくごうたい

ουσιαστικό

  1. 01 μείζον σύμπλεγμα ιστοσυμβατότητας, MHC
主人在宅ストレス症候群 しゅじんざいたくストレスしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδρομο συνταξιούχου συζύγου, σύνδρομο άγχους που προκύπτει από την παραμονή του συζύγου στο σπίτι
主要料理 しゅようりょうり

ουσιαστικό

  1. 01 κυρίως πιάτο, κύριο φαγητό
主対角線 しゅたいかくせん

ουσιαστικό

  1. 01 κύρια διαγώνιος
主浴槽 しゅよくそう

ουσιαστικό

  1. 01 κύριος λουτήρας (π.χ. σε λουτρό)
主権在君 しゅけんざいくん

ουσιαστικό

  1. 01 μοναρχική κυριαρχία
主倒し しゅうだおし

ουσιαστικό

  1. 01 πρόκληση βλάβης στον αφέντη, πρόκληση προβλημάτων στον αφέντη
主読紙 しゅどくし

ουσιαστικό

  1. 01 η εφημερίδα με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία (σε μια περιοχή)
主鎖 しゅさ

ουσιαστικό

  1. 01 κύρια αλυσίδα, βασική αλυσίδα, ραχοκοκαλιά αλυσίδας
主犯格 しゅはんかく

ουσιαστικό

  1. 01 βασικός υπαίτιος, κύριος δράστης
主要産業 しゅようさんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κύριος κλάδος, βασική βιομηχανία