368 αποτελέσματα για «入»
入内雀 にゅうないすずめ
ουσιαστικό
- 01 κινναμωμόσπουργιτας (Passer rutilans), κανελλόσπουργιτας
入れ交ぜる いれまぜる
ρήμα
- 01 ανακατεύω
入れ木 いれき
ουσιαστικό
- 01 ένθετο ξύλο
入タイマー いりタイマー
ουσιαστικό
- 01 χρονοδιακόπτης ενεργοποίησης (δηλαδή για την αυτόματη έναρξη λειτουργίας μιας ηλεκτρικής συσκευής σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή)
入れ掛け いれかけ
ουσιαστικό
- 01 διακοπή (απόδοσης, αγώνα, κλπ.)
入り込み いりごみ
ουσιαστικό
- 01 συνωστισμός, μαζική προσέλευση, θέσεις χωρίς κράτηση για το ευρύ κοινό
入り波 いりなみ
ουσιαστικό
- 01 εισερχόμενο κύμα
入漁権 にゅうぎょけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα αλιείας σε καθορισμένη περιοχή
入漁者 にゅうぎょしゃ
ουσιαστικό
- 01 ψαράς με άδεια αλιείας
入替え部品 いれかえぶひん
ουσιαστικό
- 01 ανταλλακτικά
入れ綿 いれわた
ουσιαστικό
- 01 βαμβακερή επένδυση
入力フィールド にゅうりょくフィールド
ουσιαστικό
- 01 πεδίο εισαγωγής
入力線 にゅうりょくせん
ουσιαστικό
- 01 είσοδος
入冦 にゅうこう
ουσιαστικό
- 01 εισβολή, επιδρομή
入れ質 いれしち
ουσιαστικό
- 01 ενεχυρίαση
入射光線 にゅうしゃこうせん
ουσιαστικό
- 01 προσπίπτουσα ακτίνα
入声 にっしょう
ουσιαστικό
- 01 νισό (τόνος που εισέρχεται στα κινεζικά)
入金票 にゅうきんひょう
ουσιαστικό
- 01 δελτίο κατάθεσης
入力電流 にゅうりょくでんりゅう
ουσιαστικό
- 01 ρεύμα εισόδου, εισερχόμενο ρεύμα
入国申告書 にゅうこくしんこくしょ
ουσιαστικό
- 01 κάρτα αποβίβασης