517 αποτελέσματα για «内»

内閣府特命担当大臣 ないかくふとくめいたんとうだいじん

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός επικρατείας επιφορτισμένος με ειδικά καθήκοντα
内部処理 ないぶしょり

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική επεξεργασία
内法 うちのり

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική διάσταση
内数 うちすう

ουσιαστικό

  1. 01 συμπεριλαμβανόμενος αριθμός, ο αριθμός των ειδών κ.λπ. σε ένα σύνολο
内外野 ないがいや

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό και εξωτερικό γήπεδο
内務省警保局 ないむしょうけいほきょく

ουσιαστικό

  1. 01 Διεύθυνση Αστυνομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εσωτερικών (1876-1947)
内在性 ないざいせい

ουσιαστικό

  1. 01 εμμένεια, ενδογένεια, ενοίκηση
内挿 ないそう

ουσιαστικό

  1. 01 παρεμβολή
内部状態 ないぶじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική κατάσταση
内積 ないせき

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό γινόμενο
内向性 ないこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 εσωστρέφεια
内転 ないてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσαγωγή, εσωτερική στροφή, ενστροφή
内容見本 ないようみほん

ουσιαστικό

  1. 01 δειγματικές σελίδες
内幕話 うちまくばなし

ουσιαστικό

  1. 01 εμπιστευτικές πληροφορίες
内兜 うちかぶと

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό κράνους
  2. 02 κρυφές συνθήκες, παρασκήνιο
内転筋 ないてんきん

ουσιαστικό

  1. 01 προσαγωγός μυς
内神 うちがみ

ουσιαστικό

  1. 01 προστάτης θεός, πρόγονος που θεοποιήθηκε ως κάμι
内分泌腺 ないぶんぴつせん

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοκρινής αδένας
内国民待遇 ないこくみんたいぐう

ουσιαστικό

  1. 01 εθνική μεταχείριση, η ίση μεταχείριση αλλοδαπών και ημεδαπών
内典 ないてん

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστικά σούτρα, βουδιστική γραμματεία