313 αποτελέσματα για «再»
再組立 さいくみたて
ουσιαστικό
- 01 επανασυναρμολόγηση
再入可能 さいにゅうかのう
επίθετο
- 01 επαναεισάξιμος
再入可能サブルーチン さいにゅうかのうサブルーチン
ουσιαστικό
- 01 επανεισάξιμη υπορουτίνα
再入可能プログラム さいにゅうかのうプログラム
ουσιαστικό
- 01 επανεισάξιμο πρόγραμμα
再入可能ルーチン さいにゅうかのうルーチン
ουσιαστικό
- 01 επαναεισάξιμη ρουτίνα
再入可能手続き さいにゅうかのうてつづき
ουσιαστικό
- 01 επαναεισάξιμη διαδικασία
再配置可能 さいはいちかのう
επίθετο
- 01 μετατοπίσιμος
再配置可能アドレス さいはいちかのうアドレス
ουσιαστικό
- 01 μετατοπίσιμη διεύθυνση
再配置可能コード さいはいちかのうコード
ουσιαστικό
- 01 μετατοπίσιμος κώδικας
再配置可能プログラム さいはいちかのうプログラム
ουσιαστικό
- 01 μετατοπίσιμο πρόγραμμα
再表示制御 さいひょうじせいぎょ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος ανάκλησης εμφάνισης
再利用率 さいりようりつ
ουσιαστικό
- 01 συντελεστής επαναχρησιμοποίησης
再使用型 さいしようがた
άλλο
- 01 επαναχρησιμοποιήσιμος
再度弁論 さいどべんろん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επαναλαμβανόμενη αγόρευση, νέα αγόρευση
再初期設定 さいしょきせってい
ουσιαστικό
- 01 επανεκκίνηση ρυθμίσεων
再生可能資源 さいせいかのうしげん
ουσιαστικό
- 01 ανανεώσιμος πόρος
再審裁判所 さいしんさいばんしょ
ουσιαστικό
- 01 δικαστήριο επανεξέτασης, δικαστήριο αναθεώρησης
再訪問率 さいほうもんりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό επανεπισκεψιμότητας (π.χ. για έναν ιστότοπο), ποσοστό διακράτησης επισκεπτών
再葬墓 さいそうぼ
ουσιαστικό
- 01 δευτερογενής τάφος (συνήθως για ανακομιδή και καθαρισμό οστών), τάφος ανακομιδής
再販売価格 さいはんばいかかく
ουσιαστικό
- 01 τιμή μεταπώλησης