539 αποτελέσματα για «出»

出玉 でだま

ουσιαστικό

  1. 01 μπάλα που κερδίζεται σε ένα παιχνίδι πατσίνκο
出来物 できぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ικανός άνθρωπος, άξιος άνθρωπος
出資額 しゅっしがく

ουσιαστικό

  1. 01 ποσό επένδυσης
出退勤 しゅったいきん

ουσιαστικό

  1. 01 προσέλευση και αποχώρηση από την εργασία, χτύπημα κάρτας κατά την είσοδο και την έξοδο
出校 しゅっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στο σχολείο ή αναχώρηση από αυτό
出塁率 しゅつるいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό βάσης
出荷先 しゅっかさき

ουσιαστικό

  1. 01 προορισμός αποστολής, παραλήπτης
出張版 しゅっちょうばん

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική έκδοση (π.χ. μιας σειράς manga), κεφάλαιο που δημοσιεύεται σε περιοδικό manga ως έκτακτη έκδοση
出際 でぎわ

ουσιαστικό

  1. 01 η στιγμή της αναχώρησης
出し手 だして

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που παρέχει τα χρήματα
出来物 できもの

ουσιαστικό

  1. 01 όγκος, εξόγκωμα, καλόηθες ή κακόηθες νεόπλασμα, δοθιήνας, έλκος, απόστημα, εξάνθημα, σπυρί
出掛け でがけ

ουσιαστικό

  1. 01 στιγμή αναχώρησης, λίγο πριν τη φυγή
  2. 02 αμέσως μετά την αναχώρηση, καθ' οδόν
出稼ぎ労働者 でかせぎろうどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μετανάστης εργάτης, οικονομικός νομάδας
出版法 しゅっぱんほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί τύπου, νόμος περί εκδόσεων
出師 すいし

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολή στρατευμάτων, εκστρατεία
出版の自由 しゅっぱんのじゆう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ελευθερία του τύπου
出来星 できぼし

ουσιαστικό

  1. 01 νεόπλουτος, αναπάντεχα επιτυχημένος
出展者 しゅってんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εκθέτης (σε εμπορική έκθεση, κ.λπ.)
出走馬 しゅっそうば

ουσιαστικό

  1. 01 ίππος συμμετέχων σε ιπποδρομία
出版権 しゅっぱんけん

ουσιαστικό

  1. 01 εκδοτικό δικαίωμα, δικαίωμα δημοσίευσης