299 αποτελέσματα για «半»
半単純 はんたんじゅん
ουσιαστικό
- 01 ημιαπλός
半搗き はんつき
ουσιαστικό
- 01 ημιγυαλισμένο ρύζι, ρύζι μερικώς αποφλοιωμένο
半畳を打つ はんじょうをうつ
άλλο, ρήμα
- 01 διακόπτω, αποδοκιμάζω
半島系 はんとうけい
ουσιαστικό
- 01 κορεατικής καταγωγής άτομο που ζει στην Ιαπωνία, πρόσωπο κορεατικής καταγωγής
半索動物門 はんさくどうぶつもん
ουσιαστικό
- 01 ημιχορδωτά (συνομοταξία θαλάσσιων δευτεροστόμων)
半紙本 はんしぼん
ουσιαστικό
- 01 χάνσιμπον, μέγεθος ιαπωνικού βιβλίου (περίπου 17,5 εκ. επί 25 εκ.)
半潜水 はんせんすい
άλλο
- 01 ημιβυθιζόμενος
半顔メイク はんがおメイク
ουσιαστικό
- 01 ημιπρόσωπο μακιγιάζ, μακιγιάζ στη μισή πλευρά του προσώπου
半化石 はんかせき
ουσιαστικό
- 01 ημιαπολίθωμα
半導体レーザー はんどうたいレーザー
ουσιαστικό
- 01 ημιαγωγός λέιζερ
半光沢紙 はんこうたくし
ουσιαστικό
- 01 χαρτί ημιγυαλιστερής επίστρωσης, ημιματ χαρτί
半合成繊維 はんごうせいせんい
ουσιαστικό
- 01 ημισυνθετική ίνα
半クラッチ はんクラッチ
ουσιαστικό
- 01 μισός συμπλέκτης, η θέση του πεντάλ του συμπλέκτη όταν είναι μερικώς πατημένο
半クラ はんクラ
ουσιαστικό
- 01 ημισύμπλεξη, η θέση του πεντάλ του συμπλέκτη όταν είναι μερικώς πατημένο
半角英数字 はんかくえいすうじ
ουσιαστικό
- 01 αλφαριθμητικός χαρακτήρας μισού πλάτους
半在宅勤務 はんざいたくきんむ
ουσιαστικό
- 01 υβριδικό εργασιακό περιβάλλον, συνδυασμός εργασίας στο γραφείο και εξ αποστάσεως εργασίας
半兵衛 はんべえ
ουσιαστικό
- 01 προσποιητή άγνοια, υποκρισία ότι δεν γνωρίζω
半袖シャツ はんそでシャツ
ουσιαστικό
- 01 κοντομάνικο πουκάμισο
半装軌車 はんそうきしゃ
ουσιαστικό
- 01 ημιελλυπιοφόρο όχημα
半人足 はんにんそく
ουσιαστικό
- 01 άχρηστος, ανάξιος, ανίκανος, μηδαμινός