278 αποτελέσματα για «古»

古帛紗 こぶくさ

ουσιαστικό

  1. 01 κομπούκουσα (είδος μεταξωτού υφάσματος υψηλής ποιότητας που χρησιμοποιείται στην τελετή του τσαγιού)
古美術品 こびじゅつひん

ουσιαστικό

  1. 01 αντίκα, παλαιό έργο τέχνης
古生植物学 こせいしょくぶつがく

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιοβοτανική
古王国 こおうこく

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιό βασίλειο, αρχαίο βασίλειο
古町 こちょう

ουσιαστικό

  1. 01 παλιά πόλη
古動物学 こどうぶつがく

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιοζωολογία
古古古米 こここまい

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι που έχει απομείνει από τη σοδειά πριν από τρία χρόνια
古古米 ここまい

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι από τη σοδειά πριν από δύο χρόνια, παλαιωμένο ρύζι (κοκομάι)
古仏 こぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαίο άγαλμα του Βούδα
古代オリエント こだいオリエント

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαία Ανατολή, αρχαία Εγγύς Ανατολή
古典派音楽 こてんはおんがく

ουσιαστικό

  1. 01 μουσική της κλασικής περιόδου
古典仮名遣い こてんかなづかい

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορική ορθογραφία κάνα (χρησιμοποιούνταν πριν από τη μεταρρύθμιση του 1946), παλαιά ορθογραφία κάνα
古久根建設 こくねけんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 Κοκούνε Κορπορέισον
古史徴 こしちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Κοσιτσό (αναφορές στην αρχαία ιστορία, έργο του Χιράτα Ατσουτάνε, 1818)
古史伝 こしでん

ουσιαστικό

  1. 01 Κοσιντέν (σχολιασμός της αρχαίας ιστορίας από τον Χιράτα Ατσουτάνε, 1825)
古川美術館 ふるかわびじゅつかん

ουσιαστικό

  1. 01 Μουσείο Τέχνης Φουρουκάβα
古典総合研究所 こてんそうごうけんきゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 Ινστιτούτο Έρευνας Κλασικής Λογοτεχνίας της Ιαπωνίας
  1. 01 παλιός