369 αποτελέσματα για «多»
多言語シソーラス たげんごシソーラス
ουσιαστικό
- 01 πολυγλωσσικός θησαυρός
多項回帰 たこうかいき
ουσιαστικό
- 01 πολυωνυμική παλινδρόμηση
多重タスキング たじゅうタスキング
ουσιαστικό
- 01 πολυδιεργασία
多重タスク処理 たじゅうタスクしょり
ουσιαστικό
- 01 πολυδιεργασία
多重チャネル たじゅうチャネル
ουσιαστικό
- 01 δίαυλος πολυπλεξίας
多重ネットワーク たじゅうネットワーク
ουσιαστικό
- 01 πολυσυστηματικό δίκτυο
多重プログラミング たじゅうプログラミング
ουσιαστικό
- 01 πολυπρογραμματισμός
多重プロセッサ たじゅうプロセッサ
ουσιαστικό
- 01 πολυεπεξεργαστής
多重プロセッシング たじゅうプロセッシング
ουσιαστικό
- 01 πολυεπεξεργασία
多重化装置 たじゅうかそうち
ουσιαστικό
- 01 πολυπλέκτης, εξοπλισμός πολυπλεξίας
多重仮想アドレス空間 たじゅうかそうアドレスくうかん
ουσιαστικό
- 01 πολλαπλός εικονικός χώρος διευθύνσεων
多重仮想記憶方式 たじゅうかそうきおくほうしき
ουσιαστικό
- 01 πολλαπλή εικονική μνήμη
多重階層 たじゅうかいそう
ουσιαστικό
- 01 πολυϊεραρχία
多重適合決定表 たじゅうてきごうけっていひょう
ουσιαστικό
- 01 πίνακας αποφάσεων πολλαπλής αντιστοίχισης
多重伝送装置 たじゅうでんそうそうち
ουσιαστικό
- 01 πολυπλέκτης διαίρεσης συχνότητας
多数決ゲート たすうけつゲート
ουσιαστικό
- 01 πύλη πλειοψηφίας, στοιχείο πλειοψηφίας
多数決演算 たすうけつえんざん
ουσιαστικό
- 01 πλειοψηφική πράξη
多数決素子 たすうけつそし
ουσιαστικό
- 01 πύλη πλειοψηφίας, στοιχείο πλειοψηφίας
多態性 たたいせい
ουσιαστικό
- 01 πολυμορφισμός
多値属性 たちぞくせい
ουσιαστικό
- 01 πολυτιμικό γνώρισμα