826 αποτελέσματα για «小»
小利口 こりこう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 έξυπνος, πανέξυπνος
小結 こむすび
ουσιαστικό
- 01 παλαιστής της τέταρτης ανώτερης βαθμίδας (κομουσουμπί)
小使い こづかい
ουσιαστικό
- 01 επιστάτης, θυρωρός, φύλακας, υποτιμητική αναφορά σε μικροτεχνίτη
小間 こま
ουσιαστικό
- 01 μικρό δωμάτιο
小花柄 しょうかへい
ουσιαστικό
- 01 ποδίσκος
小太鼓 こだいこ
ουσιαστικό
- 01 μικρό τύμπανο
小便器 しょうべんき
ουσιαστικό
- 01 ουρητήριο
小惑星帯 しょうわくせいたい
ουσιαστικό
- 01 ζώνη αστεροειδών
小説化 しょうせつか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διασκευή σε μυθιστόρημα, μετατροπή σε μυθιστόρημα
小面憎い こづらにくい
επίθετο
- 01 προκλητικός, θρασύς, αυθάδης
小鼓 こつづみ
ουσιαστικό
- 01 μικρό χειροκίνητο τύμπανο (κοτσουζούμι)
小部分 しょうぶぶん
ουσιαστικό
- 01 μικρό μέρος (του συνόλου)
小乗 しょうじょう
ουσιαστικό
- 01 χινάγιανα (βουδισμός), το Μικρό Όχημα
小胆 しょうたん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 δειλία, διστακτικότητα
小型トラック こがたトラック
ουσιαστικό
- 01 μικρό φορτηγό, αγροτικό, ημιφορτηγό, βαν
小馬鹿 こばか
ουσιαστικό
- 01 ανόητος, άτομο ανάξιο λόγου
小作農 こさくのう
ουσιαστικό
- 01 καλλιέργεια γης από ενοικιαστή
小2 しょうに
ουσιαστικό
- 01 δεύτερη τάξη του δημοτικού, μαθητής της δευτέρας δημοτικού
小っぽけ ちっぽけ
επίθετο
- 01 πάρα πολύ μικρός, ασήμαντος
小才 しょうさい
ουσιαστικό
- 01 εξυπνάδα, πονηριά