392 αποτελέσματα για «山»

むれ

ουσιαστικό

  1. 01 βουνό, λόφος
山原水鶏 やんばるくいな

ουσιαστικό

  1. 01 γιανμπάρου κουινά (είδος σιδηρόδρομου της Οκινάουα, επιστημονική ονομασία Gallirallus okinawae)
山棟蛇 やまかがし

ουσιαστικό

  1. 01 γιαμακάγκασι (είδος δηλητηριώδους φιδιού, Rhabdophis tigrinus)
山鷸 やましぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ευρασιατική μπεκάτσα (Scolopax rusticola)
山翡翠 やませみ

ουσιαστικό

  1. 01 γιαμασέμι (Megaceryle lugubris), είδος αλκυόνας
山原手長黄金虫 やんばるてながこがね

ουσιαστικό

  1. 01 Γιανμπάρου χρυσοκάνθαρος με μακριά πόδια (είδος Cheirotonus jambar)
山づと やまづと

ουσιαστικό

  1. 01 ορεινό αναμνηστικό δώρο
山繭蛾 やままゆが

ουσιαστικό

  1. 01 γιαμαμάγιουγκα (ιαπωνικός μεταξοσκώληκας της βελανιδιάς, Antheraea yamamai)
山形紋 やまがたもん

ουσιαστικό

  1. 01 γιαμαγκάτα-μόν (ιαπωνικό εραλδικό σύμβολο σε σχήμα βουνού)
山椒喰 さんしょうくい

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτοπερικόκοτο (είδος ωδικού πτηνού, Pericrocotus divaricatus)
山枇杷 やまびわ

ουσιαστικό

  1. 01 μελιόσμα η άκαμπτη (είδος ανθοφόρου φυτού)
山瑠璃草 やまるりそう

ουσιαστικό

  1. 01 ιαμαρουρισό (είδος ανθοφόρου φυτού που ανήκει στην οικογένεια της βοραγίνας)
山吹草 やまぶきそう

ουσιαστικό

  1. 01 χελιδόνιο το ιαπωνικό (είδος παπαρούνας)
山鳥茸 やまどりたけ

ουσιαστικό

  1. 01 βωλίτης ο εδώδιμος, πορτσίνι
山いたち やまいたち

ουσιαστικό

  1. 01 ερμίνα, νυφίτσα με κοντή ουρά
山猫争議 やまねこそうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αυθόρμητη απεργία, αγριαπεργία
山林学 さんりんがく

ουσιαστικό

  1. 01 δασολογία
山岳病 さんがくびょう

ουσιαστικό

  1. 01 νόσος των ορέων, υψομετρική νόσος
山頂を極める さんちょうをきわめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φτάνω στην κορυφή
山葵田 わさびでん

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιεργήσιμη έκταση με wasabi σε υγρότοπο