272 αποτελέσματα για «年»

年末年始休暇 ねんまつねんしきゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 αργίες τέλους του έτους
年収の壁 ねんしゅうのかべ

ουσιαστικό

  1. 01 όριο ετήσιου εισοδήματος (που επηρεάζει τους φόρους ή την κοινωνική ασφάλιση)
年紀 ねんき

ουσιαστικό

  1. 01 έτος, έτη, χρονική περίοδος
  2. 02 ηλικία
年中組 ねんちゅうぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 μεσαία τάξη (σε νηπιαγωγείο ή προσχολική εκπαίδευση)
年縞 ねんこう

ουσιαστικό

  1. 01 ετήσια στρώση ιζήματος (varve), ετήσια εναπόθεση ιζηματογενών στρωμάτων
年層 ねんそう

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικιακό εύρος, ηλικιακή ομάδα, ηλικιακή κατηγορία
年がいく としがいく

άλλο, ρήμα

  1. 01 γερνάω, παλιώνω
  2. 02 περνάω (για το έτος), πλησιάζω στο τέλος του (για το τέλος της χρονιάς), τελειώνω
年度替わり ねんどがわり

ουσιαστικό

  1. 01 αλλαγή οικονομικού έτους, τέλος του οικονομικού έτους
年齢詐欺 ねんれいさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ψευδής δήλωση ηλικίας, πλαστογράφηση ηλικίας
年齢詐称 ねんれいさしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ψευδής δήλωση ηλικίας, παραποίηση ηλικίας
年金福祉事業団 ねんきんふくしじぎょうだん

ουσιαστικό

  1. 01 Δημόσιος Οργανισμός Πρόνοιας Συνταξιοδοτικών Υπηρεσιών
  1. 01 έτος
  2. 02 μονάδα μέτρησης ετών