285 αποτελέσματα για «御»

御覧ぜらる ごらんぜらる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βλέπω, κοιτάζω, παρατηρώ
御膳そば ごぜんそば

ουσιαστικό

  1. 01 σομπά υψηλής ποιότητας
御体 ごたい

ουσιαστικό

  1. 01 σώμα
御新下り おあらおり

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή εγκαθίδρυσης νέας αρχιέρειας του Ριούκιου
御書 ごしょ

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτά
御様御用 おためしごよう

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμαστής σπαθιών (περίοδος Έντο)
  2. 02 δήμιος
御仏 みほとけ

ουσιαστικό

  1. 01 ο Βούδας, ο Κύριος Βούδας
御通り オトーリ

ουσιαστικό

  1. 01 οτόρι, κύκλος οινοποσίας όπου το ποτήρι περνά από χέρι σε χέρι και αδειάζει μονορούφι (έθιμο στα νησιά Μιγιάκο της Οκινάουα)
御酒 ごしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αλκοόλ, σάκε
御稜威 みいつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική δύναμη, μεγαλείο του Αυτοκράτορα
御旗 みはた

ουσιαστικό

  1. 01 σημαία
御料車 ごりょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικό όχημα (αυτοκίνητο, σιδηροδρομικό βαγόνι κ.λπ.)
御朱印帳 ごしゅいんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο γκοσούιν, βιβλίο για τη συλλογή σφραγίδων από ναούς και ιερά
御居処 おいど

ουσιαστικό

  1. 01 οπίσθια, γλουτοί
御柳梅 ギョリュウバイ

ουσιαστικό

  1. 01 μανούκα (Leptospermum scoparium), τεϊόδεντρο της Νέας Ζηλανδίας
御肇国天皇 はつくにしらすすめらみこと

ουσιαστικό

  1. 01 ο πρώτος αυτοκράτορας που κυβέρνησε τη χώρα (τίτλος του αυτοκράτορα Σουτζίν)
御祖 みおや

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγονος (κυρίως η μητέρα ή η γιαγιά)
御供水 ごくうすい

ουσιαστικό

  1. 01 νερό που προσφέρεται σε θεότητες και στον Βούδα
御子 おんこ

ουσιαστικό

  1. 01 υιός του Θεού
御座い ござい

άλλο

  1. 01 είμαι, υπάρχω
  2. 02 έλα (παρακαλώ)