628 αποτελέσματα για «手»

手押し車 ておしぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 χειροκίνητο καροτσάκι, καροτσάκι κήπου, στράτα μωρού
手に汗を握る てにあせをにぎる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα, αγωνιώ με κομμένη την ανάσα
手槍 てやり

ουσιαστικό

  1. 01 κοντό δόρυ, ακόντιο
手水 てみず

ουσιαστικό

  1. 01 νερό για το πλύσιμο ή τη βρέξιμο των χεριών
手羽先 てばさき

ουσιαστικό

  1. 01 φτερούγα κοτόπουλου (το τμήμα της άκρης), το δεύτερο τμήμα της φτερούγας του κοτόπουλου
手押し ておし

ουσιαστικό

  1. 01 χειροκίνητη ώθηση, χειροκίνητο επίχρυσο
手真似 てまね

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειρονομία, νεύμα, σήμα με το χέρι
手洗い場 てあらいば

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος για το πλύσιμο των χεριών και του προσώπου, νιπτήρας, μπάνιο
  2. 02 τουαλέτα
手の内を見せる てのうちをみせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκαλύπτω τις πραγματικές μου προθέσεις, ανοίγω τα χαρτιά μου
手技 しゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιότητα που περιλαμβάνει τα χέρια, χειροτεχνία
手縫い てぬい

ουσιαστικό

  1. 01 ραμμένος στο χέρι, χειροποίητος
手ぐし てぐし

ουσιαστικό

  1. 01 χτενίζω τα μαλλιά μου με τα δάχτυλα
手描き てがき

ουσιαστικό

  1. 01 χειροποίητος, σχεδιασμένος στο χέρι, ζωγραφισμένος στο χέρι
手に掛かる てにかかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πέφτω στα χέρια κάποιου, παραδίδομαι στην εξουσία κάποιου
手が塞がる てがふさがる

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι απασχολημένος, έχω τα χέρια μου δεμένα κάνοντας κάτι
手淫 しゅいん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυνανισμός, ονανισμός
手付金 てつけきん

ουσιαστικό

  1. 01 προκαταβολή, αρραβώνας, χρηματική εγγύηση
手を携えて てをたずさえて

άλλο

  1. 01 χέρι-χέρι, από κοινού, συνεργατικά, σε σύμπραξη, πλάι-πλάι, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου
手枕 てまくら

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χρήση του βραχίονα ως μαξιλάρι, ανάπαυση του κεφαλιού πάνω στον βραχίονα
手がすべる てがすべる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γλιστρά το χέρι (και πέφτει κάτι)