418 αποτελέσματα για «有»
有形財産 ゆうけいざいさん
ουσιαστικό
- 01 ενσώματα περιουσιακά στοιχεία
有櫛動物 ゆうしつどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 κτενοφόρο (υδρόβιο ασπόνδυλο του φύλου των Κτενοφόρων)
有意水準 ゆういすいじゅん
ουσιαστικό
- 01 επίπεδο σημαντικότητας, επίπεδο σημαντικότητας, κρίσιμη τιμή p
有文 うもん
ουσιαστικό
- 01 με μοτίβο, με διακοσμητικά σχέδια (π.χ. ρούχα, κεραμικά)
有鱗類 ゆうりんるい
ουσιαστικό
- 01 λεπιδοσαύρια
- 02 παγκολίνοι
有機塩素化合物 ゆうきえんそかごうぶつ
ουσιαστικό
- 01 οργανοχλωριωμένη ένωση
有櫛動物門 ゆうしつどうぶつもん
ουσιαστικό
- 01 κτενοφόρα (συνομοταξία που περιλαμβάνει τις κτενοφόρες)
有職料理 ゆうそくりょうり
ουσιαστικό
- 01 γιουσόκου ριορί, τελετουργική κουζίνα βασισμένη στις συνήθειες των ευγενών της περιόδου Χεϊάν
有向 ゆうこう
ουσιαστικό
- 01 κατευθυνόμενος, προσανατολισμένος
有孔 ゆうこう
άλλο
- 01 διάτρητος, πορώδης
有りき ありき
επίθημα, ουσιαστικό
- 01 βασίζομαι σε, προέρχομαι από
有限要素法 ゆうげんようそほう
ουσιαστικό
- 01 μέθοδος πεπερασμένων στοιχείων
有職者 ゆうしょくしゃ
ουσιαστικό
- 01 εργαζόμενος, άτομο με απασχόληση
有形固定資産 ゆうけいこていしさん
ουσιαστικό
- 01 ενσώματα πάγια στοιχεία, ενσώματη περιουσία, ενσώματα πάγια (κτήρια, εγκαταστάσεις και εξοπλισμός), ενσώματα πάγια
有機塩素 ゆうきえんそ
ουσιαστικό
- 01 οργανοχλωριούχος
有責性 ゆうせきせい
ουσιαστικό
- 01 καταλογισμός, υπαιτιότητα
有り触れた ありふれた
άλλο
- 01 κοινός, συνηθισμένος, καθημερινός, τετριμμένος, χιλιοειπωμένος, στερεότυπος
有るまじき あるまじき
άλλο
- 01 ανάξιος, απρεπής, ανάρμοστος
有られもない あられもない
άλλο, επίθετο
- 01 απρεπής, ανάρμοστος, προκλητικός
- 02 αδιανόητος, απίθανος, γελοίος
有らへん あらへん
άλλο
- 01 δεν υπάρχει, ανύπαρκτος, δεν είμαι (εκεί)