359 αποτελέσματα για «正»
正教師 せいきょうし
ουσιαστικό
- 01 χειροτονημένος κληρικός
- 02 μόνιμος εκπαιδευτικός
正訓 せいくん
ουσιαστικό
- 01 ορθή ανάγνωση κουν
正弦曲線 せいげんきょくせん
ουσιαστικό
- 01 ημιτονοειδής καμπύλη
正弦波 せいげんは
ουσιαστικό
- 01 ημιτονοειδές κύμα
正甲板 せいかんぱん
ουσιαστικό
- 01 κύριο κατάστρωμα
正号 せいごう
ουσιαστικό
- 01 σύμβολο συν (+), θετικό πρόσημο
正札値段 しょうふだねだん
ουσιαστικό
- 01 σταθερή τιμή
正視眼 せいしがん
ουσιαστικό
- 01 εμμετρωπία
正出 せいしゅつ
ουσιαστικό
- 01 γνήσιο τέκνο
正則化 せいそくか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κανονικοποίηση
正統信教 せいとうしんきょう
ουσιαστικό
- 01 ορθοδοξία
正犯者 せいはんしゃ
ουσιαστικό
- 01 αυτουργός
正符号 せいふごう
ουσιαστικό
- 01 σύμβολο συν
正方行列 せいほうぎょうれつ
ουσιαστικό
- 01 τετραγωνικός πίνακας
正味重量 しょうみじゅうりょう
ουσιαστικό
- 01 καθαρό βάρος
正味値段 しょうみねだん
ουσιαστικό
- 01 καθαρή τιμή
正反合 せいはんごう
ουσιαστικό
- 01 θέση-αντίθεση-σύνθεση
正金取引 しょうきんとりひき
ουσιαστικό
- 01 συναλλαγή τοις μετρητοίς
正塩 せいえん
ουσιαστικό
- 01 κανονικό άλας
正と続 せいとぞく
άλλο
- 01 πρώτη και δεύτερη σειρά