706 αποτελέσματα για «生»
生活習慣病 せいかつしゅうかんびょう
ουσιαστικό
- 01 ασθένεια του τρόπου ζωής, νόσημα που σχετίζεται με τον τρόπο ζωής
生中 なまちゅう
ουσιαστικό
- 01 μπύρα σε μεσαίο ποτήρι
生色 せいしょく
ουσιαστικό
- 01 υγιής όψη
生理食塩水 せいりしょくえんすい
ουσιαστικό
- 01 φυσιολογικός ορός, φυσιολογικό αλατούχο διάλυμα, αλατούχο διάλυμα
生体実験 せいたいじっけん
ουσιαστικό
- 01 ιατρικό πείραμα σε ζωντανό άνθρωπο ή ζώο
生産設備 せいさんせつび
ουσιαστικό
- 01 εγκαταστάσεις και εξοπλισμός, παραγωγικές εγκαταστάσεις, εξοπλισμός παραγωγής
生のままで きのままで
άλλο
- 01 σκέτος (π.χ. ουίσκι)
生硬 せいこう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ακατέργαστος, ανώριμος, αδούλευτος
生地 せいち
ουσιαστικό
- 01 γενέτειρα
生煮え なまにえ
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 μισοψημένος, ωμός
- 02 ασαφής, αμφίσημος
- 03 ανώριμος
生検 せいけん
ουσιαστικό
- 01 βιοψία
生の情報 なまのじょうほう
ουσιαστικό
- 01 πρωτογενής πληροφορία
生産手段 せいさんしゅだん
ουσιαστικό
- 01 μέσα παραγωγής
生体組織 せいたいそしき
ουσιαστικό
- 01 βιολογικός ιστός
生残 せいざん
ουσιαστικό
- 01 επιβίωση
生産現場 せいさんげんば
ουσιαστικό
- 01 σημείο παραγωγής, χώρος παραγωγής, δάπεδο εργοστασίου
生命倫理 せいめいりんり
ουσιαστικό
- 01 βιοηθική
生産高 せいさんだか
ουσιαστικό
- 01 απόδοση, παραγωγή, προϊόν
生殖器官 せいしょくきかん
ουσιαστικό
- 01 αναπαραγωγικό όργανο, αναπαραγωγικό σύστημα
生物界 せいぶつかい
ουσιαστικό
- 01 ζωή