304 αποτελέσματα για «直»

直噴エンジン ちょくふんエンジン

ουσιαστικό

  1. 01 κινητήρας άμεσου ψεκασμού καυσίμου
直噴ディーゼル ちょくふんディーゼル

ουσιαστικό

  1. 01 κινητήρας ντίζελ άμεσου ψεκασμού
直鎖 ちょくさ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ευθύγραμμη αλυσίδα, ανοικτή αλυσίδα, ακυκλικός, γραμμικός
直長 ちょくちょう

ουσιαστικό

  1. 01 προϊστάμενος βάρδιας
直鼻猿亜目 ちょくびえんあもく

ουσιαστικό

  1. 01 απλόρρινοι (υποτάξη πρωτευόντων)
直接正犯 ちょくせつせいはん

ουσιαστικό

  1. 01 άμεσος αυτουργός, φυσικός αυτουργός
直閃石 ちょくせんせき

ουσιαστικό

  1. 01 ανθοφυλλίτης
直音化 ちょくおんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποπαλατισμός (για παράδειγμα, η παράλειψη μικρού κάνα κατά τη μεταφορά ξένων λέξεων στην ιαπωνική γλώσσα), αποπαλατισμός
直列配置 ちょくれつはいち

ουσιαστικό

  1. 01 ορθοστοιχία (διάταξη φύλλων ή άλλων οργάνων σε κατακόρυφες σειρές πάνω στον βλαστό)
直帰率 ちょっきりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό εγκατάλειψης
直挿し じかざし

ουσιαστικό

  1. 01 απευθείας φύτευση μοσχεύματος στο έδαφος
直線型電動機 ちょくせんけいでんどうき

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμικός κινητήρας, γραμμικός επαγωγικός κινητήρας
直線偏光 ちょくせんへんこう

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμική πόλωση, γραμμικά πολωμένο φως
直方晶系 ちょくほうしょうけい

ουσιαστικό

  1. 01 ορθορομβικό κρυσταλλικό σύστημα
直音表記 ちょくおんひょうき

ουσιαστικό

  1. 01 γραφική απεικόνιση συλλαβών με παλατινοποιημένους ήχους μέσω ενός και μόνο χαρακτήρα κάνα
直ぐにも すぐにも

επίρρημα

  1. 01 αμέσως, χωρίς καθυστέρηση, τώρα κιόλας, όσο το δυνατόν γρηγορότερα
直通特急 ちょくつうとっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 απευθείας ειδικό εξπρές
直れ なおれ

επιφώνημα

  1. 01 σε θέση ανάπαυσης!
直接大気回収 ちょくせつたいきかいしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 άμεση δέσμευση αέρα (από αέρια του θερμοκηπίου)
直接死 ちょくせつし

ουσιαστικό

  1. 01 άμεσος θάνατος, θάνατος που προκαλείται άμεσα από κάποιο ατύχημα, ασθένεια κ.λπ.