283 αποτελέσματα για «社»
社交室 しゃこうしつ
ουσιαστικό
- 01 κοινόχρηστη αίθουσα (π.χ. σε υπερωκεάνιο), σαλόνι, αίθουσα κοινωνικών εκδηλώσεων
社長令嬢 しゃちょうれいじょう
ουσιαστικό
- 01 κόρη του διευθύνοντος συμβούλου μιας εταιρείας
社会見学 しゃかいけんがく
ουσιαστικό
- 01 εκπαιδευτική εκδρομή, σχολική επίσκεψη
社医 しゃい
ουσιαστικό
- 01 εταιρικός γιατρός
社会的適応 しゃかいてきてきおう
ουσιαστικό
- 01 κοινωνική προσαρμογή
社会史 しゃかいし
ουσιαστικό
- 01 κοινωνική ιστορία
社給 しゃきゅう
ουσιαστικό
- 01 παρεχόμενος από την εταιρεία (εργαλείο, στολή, κ.λπ.)
社会観 しゃかいかん
ουσιαστικό
- 01 κοινωνική θεώρηση
社会的カモフラージュ しゃかいてきカモフラージュ
ουσιαστικό
- 01 κοινωνικό καμουφλάζ, αυτιστικό μασκάρισμα
社会法 しゃかいほう
ουσιαστικό
- 01 κοινωνικό δίκαιο
社会情報学 しゃかいじょうほうがく
ουσιαστικό
- 01 κοινωνική πληροφορική
社会工学 しゃかいこうがく
ουσιαστικό
- 01 κοινωνική μηχανική
社会派小説 しゃかいはしょうせつ
ουσιαστικό
- 01 κοινωνικό μυθιστόρημα
社会人チーム しゃかいじんチーム
ουσιαστικό
- 01 ερασιτεχνική ομάδα, μη επαγγελματική ομάδα, εταιρική ομάδα
社会病質 しゃかいびょうしつ
ουσιαστικό
- 01 κοινωνιοπάθεια
社会病質者 しゃかいびょうしつしゃ
ουσιαστικό
- 01 κοινωνιοπαθής
社会言語学会 しゃかいげんごがっかい
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνική Εταιρεία Κοινωνιογλωσσικών Επιστημών
社会福祉・医療事業団 しゃかいふくしいりょうじぎょうだん
ουσιαστικό
- 01 Εταιρεία Κοινωνικής Πρόνοιας και Ιατρικών Υπηρεσιών
社会保険診療報酬 しゃかいほけんしんりょうほうしゅう
ουσιαστικό
- 01 ταμείο πληρωμής αμοιβών ιατρικών υπηρεσιών κοινωνικής ασφάλισης (συντομογραφία)
社会保険大学校 しゃかいほけんだいがっこう
ουσιαστικό
- 01 Σχολή Εκπαίδευσης Κοινωνικής Ασφάλισης