417 αποτελέσματα για «空»
空寝 そらね
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσποιητός ύπνος, παριστάνω τον κοιμισμένο
空運 くううん
ουσιαστικό
- 01 αερομεταφορά, αεροπορική μεταφορά
空輸貨物 くうゆかもつ
ουσιαστικό
- 01 αεροπορικό φορτίο, αερομεταφερόμενο φορτίο
空薫 そらだき
ουσιαστικό
- 01 καύση θυμιάματος χωρίς να φαίνεται η πηγή του, ευχάριστη μυρωδιά που έρχεται από άγνωστη τοποθεσία
空の巣症候群 からのすしょうこうぐん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 σύνδρομο της άδειας φωλιάς
空気タンク くうきタンク
ουσιαστικό
- 01 φιάλη αέρα (καταδύσεων)
空室あり くうしつあり
άλλο
- 01 διαθέσιμα κενά δωμάτια
空胞化 くうほうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κενοτοπίωση
空中滑走 くうちゅうかっそう
ουσιαστικό
- 01 ανεμοπορία, αιώρηση
空で歌う そらでうたう
άλλο, ρήμα
- 01 τραγουδώ από μνήμης
空景気 からげいき
ουσιαστικό
- 01 πλασματική ευημερία, εικονική οικονομική άνθηση
空気伝染 くうきでんせん
ουσιαστικό
- 01 αερογενής μετάδοση
空冷ファン くうれいファン
ουσιαστικό
- 01 ανεμιστήρας ψύξης
空恥ずかしい そらはずかしい
επίθετο
- 01 αισθάνομαι ντροπή ή αμηχανία χωρίς να γνωρίζω τον λόγο
空気シャワー くうきシャワー
ουσιαστικό
- 01 αεροκαταιωνιστήρας
空中電気 くうちゅうでんき
ουσιαστικό
- 01 ατμοσφαιρικός ηλεκτρισμός
空気伝送管 くうきでんそうかん
ουσιαστικό
- 01 πνευματικός σωλήνας μεταφοράς
空茶 からちゃ
ουσιαστικό
- 01 τσάι που σερβίρεται χωρίς γλυκά
空き店 あきだな
ουσιαστικό
- 01 άδειο κατάστημα, κενό κατάστημα
空き店 あきみせ
ουσιαστικό
- 01 άδειο κατάστημα, κενό κατάστημα