287 αποτελέσματα για «精»
精進袱紗 しょうじんぶくさ
ουσιαστικό
- 01 ύφασμα που χρησιμοποιείται ως δώρο σε τελετές
精神療法家 せいしんりょうほうか
ουσιαστικό
- 01 ψυχοθεραπευτής
精輸管 せいゆかん
ουσιαστικό
- 01 σπερματικός πόρος, σπερματικός πόρος (vas deferens), σπερμαγωγός
精察 せいさつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσεκτική εξέταση
- 02 διεξοδική παρατήρηση
精神病質者 せいしんびょうしつしゃ
ουσιαστικό
- 01 ψυχοπαθής
精神保健福祉法 せいしんほけんふくしほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί ψυχικής υγείας και πρόνοιας
精神衛生法 せいしんえいせいほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί ψυχικής υγιεινής (1950)
精神保健法 せいしんほけんほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί ψυχικής υγείας (1987)
精神保健福祉士 せいしんほけんふくしし
ουσιαστικό
- 01 κοινωνικός λειτουργός ψυχικής υγείας, ειδικός κοινωνικός λειτουργός ψυχικής υγείας
精神病性 せいしんびょうせい
ουσιαστικό
- 01 ψυχοπαθής, ψυχωτικός
精神病性障害 せいしんびょうせいしょうがい
ουσιαστικό
- 01 ψυχωσική διαταραχή
精神力動 せいしんりきどう
ουσιαστικό
- 01 ψυχοδυναμική
精神力学 せいしんりきがく
ουσιαστικό
- 01 ψυχοδυναμική
精神疾患の診断・統計マニュアル せいしんしっかんのしんだんとうけいマニュアル
ουσιαστικό
- 01 Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών, DSM
精神障害の診断・統計マニュアル せいしんしょうがいのしんだんとうけいマニュアル
ουσιαστικό
- 01 διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο ψυχικών διαταραχών, DSM
精神現象 せいしんげんしょう
ουσιαστικό
- 01 πνευματικό φαινόμενο, ψυχολογικό φαινόμενο
精神保健審判員 せいしんほけんしんぱんいん
ουσιαστικό
- 01 ελεγκτής ψυχικής υγείας (ψυχίατρος που υπηρετεί ως ειδικός σύμβουλος στο δικαστήριο), δικαστικός λειτουργός ψυχικής υγείας
精神鑑定医 せいしんかんていい
ουσιαστικό
- 01 δικαστικός ψυχίατρος, ψυχίατρος πραγματογνώμονας, δικαστικός ψυχίατρος διορισμένος από το δικαστήριο
精神保健指定医 せいしんほけんしていい
ουσιαστικό
- 01 εξειδικευμένος ψυχίατρος (πιστοποιημένος βάσει του νόμου περί ψυχικής υγείας και πρόνοιας), εγκεκριμένος ιατρός ψυχικής υγείας
精神保健判定医 せいしんほけんはんていい
ουσιαστικό
- 01 εξειδικευμένος ιατρός ψυχικής υγείας, ιατροδικαστής ψυχίατρος (με πιστοποίηση βάσει του νόμου περί ιατρικής παρακολούθησης)