323 αποτελέσματα για «経»

経営情報システム けいえいじょうほうシステム

ουσιαστικό

  1. 01 πληροφοριακό σύστημα διοίκησης
経過計時機構 けいかけいじきこう

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανισμός μέτρησης χρόνου παρέλευσης
経時優先 けいじゆうせん

ουσιαστικό

  1. 01 χρονική προτεραιότητα
経済自由主義 けいざいじゆうしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικός φιλελευθερισμός
経済法科大学 けいざいほうかだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 πανεπιστήμιο με ειδίκευση στα οικονομικά και στο δίκαιο
経営最高責任者 けいえいさいこうせきにんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 διευθύνων σύμβουλος, CEO
経畝織 たてうねおり

ουσιαστικό

  1. 01 ύφανση με στημονική ράβδωση (ύφασμα)
経緯線網 けいいせんもう

ουσιαστικό

  1. 01 δίκτυο γεωγραφικών συντεταγμένων
経皮内視鏡的胃瘻造設術 けいひないしきょうてきいろうぞうせつじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 διαδερμική ενδοσκοπική γαστροστομία, PEG
経済人類学 けいざいじんるいがく

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική ανθρωπολογία
経営協議会 けいえいきょうぎかい

ουσιαστικό

  1. 01 συμβούλιο κοινής διαχείρισης (εργαζομένων και διοίκησης)
経皮毒性 けいひどくせい

ουσιαστικό

  1. 01 διαδερμική τοξικότητα, τοξικότητα μέσω του δέρματος
経済地理学 けいざいちりがく

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική γεωγραφία
経常勘定 けいじょうかんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 τρέχων λογαριασμός
経口ブドウ糖負荷試験 けいこうブドウとうふかしけん

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμασία ανοχής γλυκόζης από το στόμα, οgtt

ρήμα

  1. 01 περνώ, παρέρχομαι, κυλώ
  2. 02 περνώ από μέσα, διασχίζω
  3. 03 βιώνω, υφίσταμαι, περνώ από μια κατάσταση
経頭蓋磁気刺激 けいとうがいじきしげき

ουσιαστικό

  1. 01 διακρανιακή μαγνητική διέγερση, ΔΜΔ
経死 けいし

ουσιαστικό

  1. 01 θάνατος δι' απαγχονισμού
経済社会学 けいざいしゃかいがく

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική κοινωνιολογία
経てば たてば

άλλο

  1. 01 μετά το πέρασμα, αφού παρέλθει (ένα χρονικό διάστημα)