369 αποτελέσματα για «見»
見出し語 みだしご
ουσιαστικό
- 01 λημματική λέξη (σε λεξικό), λήμμα
見違い みちがい
ουσιαστικό
- 01 μη αναγνώριση, λανθασμένη ταυτοποίηση, σύγχυση με κάποιον άλλον
見境がつかない みさかいがつかない
άλλο, επίθετο
- 01 δεν μπορώ να ξεχωρίσω το ένα από το άλλο, δεν μπορώ να διακρίνω (π.χ. το καλό από το κακό)
見込み客 みこみきゃく
ουσιαστικό
- 01 δυνητικός πελάτης, υποψήφιος αγοραστής
見えつ隠れつ みえつかくれつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εμφανίζομαι και εξαφανίζομαι περιοδικά
見逃し配信 みのがしはいしん
ουσιαστικό
- 01 διαδικτυακή προβολή προγραμμάτων που χάθηκαν, αναμετάδοση επεισοδίων τηλεοπτικής σειράς (μετά την τηλεοπτική προβολή), τηλεοπτική υπηρεσία catch-up
見場 みば
ουσιαστικό
- 01 εμφάνιση, εξωτερική εικόνα
見者 けんしゃ
ουσιαστικό
- 01 περιηγητής, τουρίστας
見巧者 みごうしゃ
ουσιαστικό
- 01 έμπειρος θεατής (του θεάτρου, του καμπούκι κ.λπ.), γνώστης του καμπούκι
見落し みおとし
ουσιαστικό
- 01 παράλειψη, αβλεψία, κάτι που διέφυγε της προσοχής
見張り所 みはりしょ
ουσιαστικό
- 01 παρατηρητήριο, φυλάκιο
見ざる聞かざる言わざる みざるきかざるいわざる
άλλο
- 01 δεν βλέπω κακό, δεν ακούω κακό, δεν λέω κακό, οι τρεις σοφές μαϊμούδες
見聞覚知 けんもんかくち
ουσιαστικό
- 01 αντίληψη μέσω των έξι αισθήσεων (της όρασης, της ακοής, της όσφρησης, της γεύσης, της αφής και της συνείδησης)
見仏 けんぶつ
ουσιαστικό
- 01 προβολή του Βούδα
見るのも汚らわしい みるのもけがらわしい
άλλο, επίθετο
- 01 απεχθής στη θέα
見なし みなし
ουσιαστικό
- 01 θεωρούμενος, τεκμαιρόμενος, λογιζόμενος
見っともいい みっともいい
επίθετο
- 01 αξιοπρεπής, ευπρεπής, σοβαρός, αρμόζων
見識張る けんしきばる
ρήμα
- 01 υιοθετώ ύφος σπουδαιοφάνειας, επιδεικνύω επάρσιμο ύφος
見るから みるから
επίρρημα
- 01 με την πρώτη ματιά, προφανώς
見変える みかえる
ρήμα
- 01 εγκαταλείπω κάτι για χάρη κάποιου άλλου