377 αποτελέσματα για «通»

通じ薬 つうじぐすり

ουσιαστικό

  1. 01 υπακτικό, καθαρτικό
通俗心理学 つうぞくしんりがく

ουσιαστικό

  1. 01 λαϊκή ψυχολογία, ποπ ψυχολογία
通訳ガイド つうやくガイド

ουσιαστικό

  1. 01 ξεναγός-διερμηνέας, διερμηνέας-ξεναγός
通勤の足 つうきんのあし

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μέσο μετακίνησης για την εργασία, τρόπος μετάβασης στην εργασία
通気管 つうきかん

ουσιαστικό

  1. 01 αεραγωγός, σωλήνας εξαερισμού
通研 つうけん

ουσιαστικό

  1. 01 εργαστήριο επικοινωνιών
通じて つうじて

επίρρημα

  1. 01 μέσω, διαμέσου, με τη χρήση
  2. 02 καθ' όλη τη διάρκεια (π.χ. του έτους), σε όλη την έκταση (π.χ. της χώρας)
  3. 03 γενικά, συνολικά, σε γενικές γραμμές
通貨統合 つうかとうごう

ουσιαστικό

  1. 01 νομισματική ένωση, συναλλαγματική ένωση, κοινό νόμισμα
通常口語 つうじょうこうご

ουσιαστικό

  1. 01 καθημερινή ομιλία, καθημερινή γλώσσα
通常条件下で つうじょうじょうけんかで

άλλο

  1. 01 υπό κανονικές συνθήκες
通用期間 つうようきかん

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος ισχύος
通風機 つうふうき

ουσιαστικό

  1. 01 ανεμιστήρας, αεριστήρας
通商産業省 つうしょうさんぎょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 Υπουργείο Διεθνούς Εμπορίου και Βιομηχανίας (1949-2001), ΜΙΤΙ
通釈 つうしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξήγηση, υπομνηματισμός
通過貿易 つうかぼうえき

ουσιαστικό

  1. 01 διαμετακομιστικό εμπόριο
通訳人 つうやくにん

ουσιαστικό

  1. 01 διερμηνέας
通電焼結法 つうでんしょうけつほう

ουσιαστικό

  1. 01 πυροσυσσωμάτωση με ηλεκτρικό ρεύμα
通夜見舞い つやみまい

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολή τροφίμων στην οικία κάποιου κατά τη διάρκεια της νύχτας του ξενυχτιού (τσούγια μιμάι)
通常加入電話 つうじょうかにゅうでんわ

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερό τηλέφωνο
通常戦争 つうじょうせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 συμβατικός πόλεμος