310 αποτελέσματα για «重»

重量ポンド じゅうりょうポンド

ουσιαστικό

  1. 01 λίβρα δύναμη
重複感染 ちょうふくかんせん

ουσιαστικό

  1. 01 υπερλοίμωξη
  2. 02 συνολοίμωξη
重相関係数 じゅうそうかんけいすう

ουσιαστικό

  1. 01 συντελεστής πολλαπλής συσχέτισης
重晶石 じゅうしょうせき

ουσιαστικό

  1. 01 βαρίτης, βαρύτης
重嬰記号 じゅうえいきごう

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή δίεση (σύμβολο)
重変記号 じゅうへんきごう

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή ύφεση (μουσικό σύμβολο)
重み付け おもみづけ

ουσιαστικό

  1. 01 στάθμιση (αριθμητική)
重屏禁 じゅうへいきん

ουσιαστικό

  1. 01 απομόνωση σε σκοτεινό κελί χωρίς κλινοσκεπάσματα (διάρκειας έως και μίας εβδομάδας)
重ね継手 かさねつぎて

ουσιαστικό

  1. 01 αλληλοεπικαλυπτόμενη ένωση
重積分 じゅうせきぶん

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλό ολοκλήρωμα
重回帰分析 じゅうかいきぶんせき

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλή παλινδρομική ανάλυση
重粘土 じゅうねんど

ουσιαστικό

  1. 01 βαρύ αργιλικό χώμα
重土 じゅうど

ουσιαστικό

  1. 01 οξείδιο του βαρίου
  2. 02 βαρύς πηλός
重力加速度定数 じゅうりょくかそくどていすう

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερά της βαρύτητας
重いソフト おもいソフト

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 λογισμικό με υψηλές απαιτήσεις σε πόρους (επεξεργαστή, μνήμη κ.λπ.), bloatware
重弁花 じゅうべんか

ουσιαστικό

  1. 01 διπλό άνθος, διπλή ανθοφορία
重要業績評価指標 じゅうようぎょうせきひょうかしひょう

ουσιαστικό

  1. 01 βασικοί δείκτες απόδοσης, KPI
重飲食 じゅういんしょく

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης εστίαση και οινοποσία (σε αντιδιαστολή με ελαφριά γεύματα που σερβίρονται συνήθως σε καφετέριες)
重傷病 じゅうしょうびょう

ουσιαστικό

  1. 01 σοβαρός τραυματισμός ή ασθένεια
重大事 じゅうだいじ

ουσιαστικό

  1. 01 πολύ σοβαρό ζήτημα, θέμα ύψιστης σημασίας, καθοριστικό γεγονός