299 αποτελέσματα για «主»

主任研究員 しゅにんけんきゅういん

ουσιαστικό

  1. 01 επικεφαλής ερευνητής (σε ερευνητικό ινστιτούτο)
主版 おもはん

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικό καλούπι (στην ξυλογραφία)
主題曲 しゅだいきょく

ουσιαστικό

  1. 01 μουσική θέματος, τραγούδι τίτλων
しゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αφεντικό, εργοδότης, κύριος
主系列 しゅけいれつ

ουσιαστικό

  1. 01 κύρια ακολουθία
  2. 02 κύρια σειρά
主流煙 しゅりゅうえん

ουσιαστικό

  1. 01 κύριος καπνός (ο καπνός που εισπνέει ο καπνιστής από το τσιγάρο, το πούρο κ.λπ.)
主竜類 しゅりゅうるい

ουσιαστικό

  1. 01 αρχοσαυροειδή
主要動 しゅようどう

ουσιαστικό

  1. 01 κύρια κίνηση (σεισμού), κύριος σεισμός
主観的輪郭 しゅかんてきりんかく

ουσιαστικό

  1. 01 παραισθητικό περίγραμμα, υποκειμενικό περίγραμμα
主旋律 しゅせんりつ

ουσιαστικό

  1. 01 κύρια μελωδία, σολιστικό μέρος
  2. 02 κεντρικό θέμα (λογοτεχνικού έργου, κριτικής κ.λπ.)
主機 しゅき

ουσιαστικό

  1. 01 κύρια μηχανή (πλοίου, αεροσκάφους κ.λπ.), προωστήριο σκεύος
主機関 しゅきかん

ουσιαστικό

  1. 01 κύρια μηχανή (πλοίου, αεροσκάφους κ.λπ.), μηχανισμός πρόωσης
主語が大きい しゅごがおおきい

άλλο, επίθετο

  1. 01 γενικευμένος (για δηλώσεις, υποθέσεις κ.λπ.), υπερβολικά ευρύς, ισοπεδωτικός, σαρωτικός
主情 しゅじょう

ουσιαστικό

  1. 01 προτεραιότητα στα συναισθήματα (έναντι της λογικής ή της βούλησης)
主知 しゅち

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοκαθεδρία του λόγου ή της διάνοιας (έναντι του συναισθήματος)
主戦線 しゅせんせん

ουσιαστικό

  1. 01 κύρια γραμμή μάχης, κύριο μέτωπο
主張通り しゅちょうどおり

ουσιαστικό

  1. 01 σύμφωνα με τον ισχυρισμό
主語がでかい しゅごがでかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 χρησιμοποιώ υπερβολικά ευρύ υποκείμενο κατά την έκφραση προσωπικής άποψης (π.χ. «το κοινό», «οι γυναίκες»), προβαίνω σε υπεργενίκευση
  1. 01 κύριος
  2. 02 αρχηγός
  3. 03 αφέντης
  4. 04 το βασικό
  5. 05 κύριος