326 αποτελέσματα για «先»

先天性胆管閉鎖症 せんてんせいたんがんへいさしょう

ουσιαστικό

  1. 01 συγγενής ατρησία των χοληφόρων πόρων
先行ゼロ せんこうゼロ

ουσιαστικό

  1. 01 προηγούμενο μηδέν
先行パッド せんこうパッド

ουσιαστικό

  1. 01 προπορευόμενο μαξιλαράκι
先行ページング せんこうページング

ουσιαστικό

  1. 01 προληπτική σελιδοποίηση
先行制御 せんこうせいぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 προηγμένος έλεγχος
先行読取りヘッド せんこうよみとりヘッド

ουσιαστικό

  1. 01 κεφαλή προανάγνωσης
先進ユーザ せんしんユーザ

ουσιαστικό

  1. 01 προχωρημένος χρήστης
先祖構造体 せんぞこうぞうたい

ουσιαστικό

  1. 01 δομή προγόνου
先入れ先出しリスト さきいれさきだしリスト

ουσιαστικό

  1. 01 ουρά, λίστα FIFO (πρώτη είσοδος - πρώτη έξοδος)
先入れ先出し記憶装置 さきいれさきだしきおくそうち

ουσιαστικό

  1. 01 διάταξη αποθήκευσης τύπου πρώτη είσοδος, πρώτη έξοδος
先導性 せんどうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ηγεσία
先行文字 せんこうもじ

ουσιαστικό

  1. 01 προπορευόμενος χαρακτήρας
先使用権 せんしようけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα προγενέστερης χρήσης, δικαιώματα προγενέστερης χρήσης, δικαιώματα προγενέστερου χρήστη
先行馬 せんこうば

ουσιαστικό

  1. 01 ίππος που αναλαμβάνει την πρωτοπορία κατά το πρώτο στάδιο της κούρσας
先安観 さきやすかん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβλεψη για πτώση (των τιμών), εκτίμηση για υποχώρηση των τιμών
先物オプション さきものオプション

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα προαίρεσης επί συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης
先発品 せんぱつひん

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότυπο φάρμακο, φάρμακο αναφοράς
先振込み さきふりこみ

ουσιαστικό

  1. 01 προπληρωμή (μέσω τραπεζικού εμβάσματος)
先生と言われるほどの馬鹿でなし せんせいといわれるほどのばかでなし

άλλο

  1. 01 δεν πέφτω στην παγίδα της κολακείας, δεν είμαι τόσο ανόητος ώστε να θεωρώ πως το να με αποκαλούν σενσέι σημαίνει κάτι σημαντικό
先天性中枢性肺胞低換気症候群 せんてんせいちゅうすうせいはいほうていかんきしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 συγγενές σύνδρομο κεντρικού κυψελιδικού υποαερισμού, CCHS