433 αποτελέσματα για «全»
全麦 ぜんばく
ουσιαστικό
- 01 ολικής άλεσης
全景写真 ぜんけいしゃしん
ουσιαστικό
- 01 πανοραμική φωτογραφία
全文検索 ぜんぶんけんさく
ουσιαστικό
- 01 αναζήτηση πλήρους κειμένου
全米女性機構 ぜんべいじょせいきこう
ουσιαστικό
- 01 Εθνική Οργάνωση Γυναικών, NOW
全き まったき
ουσιαστικό
- 01 τελειότητα, πληρότητα, ολότητα, αρτιότητα, ακαιρεότητα
全荷重 ぜんかじゅう
ουσιαστικό
- 01 πλήρες φορτίο
全岸 ぜんがん
ουσιαστικό
- 01 όλες οι όχθες (ενός ποταμού)
全休止符 ぜんきゅうしふ
ουσιαστικό
- 01 ολόκληρη παύση, παύση ολοκλήρου
全質化 ぜんしつか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετουσίωση
全勝軍 ぜんしょうぐん
ουσιαστικό
- 01 αήττητος στρατός
全二重 ぜんにじゅう
ουσιαστικό
- 01 πλήρως αμφίδρομος, πλήρης αμφίδρομη επικοινωνία (FDX)
全納 ぜんのう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξόφληση, ολοκληρωτική πληρωμή
全廃論者 ぜんぱいろんしゃ
ουσιαστικό
- 01 υπέρμαχος της κατάργησης
全般前哨 ぜんぱんぜんしょう
ουσιαστικό
- 01 γενικό φυλάκιο, γενικό προκεχωρημένο φυλάκιο
全般前哨線 ぜんぱんぜんしょうせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή γενικής προφυλακής
全部保険 ぜんぶほけん
ουσιαστικό
- 01 πλήρης ασφάλιση
全免 ぜんめん
ουσιαστικό
- 01 πλήρης απαλλαγή
全翼飛行機 ぜんよくひこうき
ουσιαστικό
- 01 ιπτάμενη πτέρυγα
全人教育 ぜんじんきょういく
ουσιαστικό
- 01 ολόπλευρη αγωγή
全段抜き ぜんだんぬき
ουσιαστικό
- 01 κύριος τίτλος, επικεφαλίδα