330 αποτελέσματα για «共»

共修 きょうしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεκπαίδευση, κοινή φοίτηση (κυρίως για αγόρια και κορίτσια)
共同保険 きょうどうほけん

ουσιαστικό

  1. 01 συνασφάλιση
共同体主義 きょうどうたいしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινοτισμός
共変量 きょうへんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 συνδιακύμανση, συνδιακύμανση (παράμετρος)
共分散行列 きょうぶんさんぎょうれつ

ουσιαστικό

  1. 01 πίνακας συνδιακύμανσης
共焦点レーザー顕微鏡 きょうしょうてんレーザーけんびきょう

ουσιαστικό

  1. 01 συμφωνικό μικροσκόπιο λέιζερ
共焦点 きょうしょうてん

ουσιαστικό

  1. 01 συμφωνικός (οπτική)
共重合 きょうじゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 συμπολυμερισμός
共重合体 きょうじゅうごうたい

ουσιαστικό

  1. 01 συμπολυμερές
共紙 ともがみ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτί από το ίδιο υλικό, χρώμα, κλπ., χαρτί του ίδιου τύπου
共通接線 きょうつうせっせん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή εφαπτομένη
共変性 きょうへんせい

ουσιαστικό

  1. 01 συνδιακύμανση
共有鍵 きょうゆうかぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινό κλειδί
共有鍵暗号 きょうゆうかぎあんごう

ουσιαστικό

  1. 01 συμμετρική κρυπτογραφία
共和記念日 きょうわきねんび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα της δημοκρατίας
共役勾配法 きょうやくこうばいほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος συζυγών κλίσεων, μέθοδος CG
共同作業所 きょうどうさぎょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική εργαστηριακή μονάδα, συνεργατικό εργαστήρι
共犯証言 きょうはんしょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 μαρτυρία συνεργού, καταθέση συγκατηγορούμενου
共台 ともだい

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερο υποκείμενο (στον εμβολιασμό), συμβατό υποκείμενο
共感性羞恥 きょうかんせいしゅうち

ουσιαστικό

  1. 01 ενσυναισθητική αμηχανία, αμηχανία εκ μεταφοράς, αμηχανία τρίτου προσώπου