517 αποτελέσματα για «内»

内航 ないこう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική ακτοπλοΐα
内外多事 ないがいたじ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 γεγονότα που συμβαίνουν παράλληλα στο εσωτερικό και το εξωτερικό μιας χώρας
内枠 うちわく

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό πλαίσιο, εντός των δεδομένων ορίων
内性器 ないせいき

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικά γεννητικά όργανα, εσωτερικό γεννητικό όργανο
内寸 ないすん

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικές διαστάσεις
内掛け うちがけ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική ανατροπή ποδιού
内装材 ないそうざい

ουσιαστικό

  1. 01 υλικό εσωτερικής επένδυσης
内分泌学 ないぶんぴつがく

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοκρινολογία
内肉 ないにく

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοπλασμα, εσωτερικό τμήμα του κυτταροπλάσματος
内部メモリ ないぶメモリ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικός αποθηκευτικός χώρος, εσωτερική μνήμη
内地米 ないちまい

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι εγχώριας παραγωγής
内倉 うちぐら

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη εντός συγκροτήματος, εσωτερική αποθήκη κτιριακού συμπλέγματος
内帑 ないど

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωτική περιουσία του ηγεμόνα
内反足 ないはんそく

ουσιαστικό

  1. 01 ραιβοποδία
内部記憶 ないぶきおく

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική αποθήκευση, εσωτερική μνήμη
内供 ないぐ

ουσιαστικό

  1. 01 ναϊγκού (κάποιος από τους δέκα ανώτατους μοναχούς που υπηρετούν στην εσωτερική αίθουσα προσφορών)
内斜視 ないしゃし

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτροπία, συγκλίνων στραβισμός, αμοιβαία απόκλιση οφθαλμών
内合 ないごう

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερη σύνοδος
内モンゴル うちモンゴル

ουσιαστικό

  1. 01 Εσωτερική Μογγολία (Κίνα)
内輪差 ないりんさ

ουσιαστικό

  1. 01 η διαφορά στην τροχιά που ακολουθούν οι μπροστινοί και οι πίσω εσωτερικοί τροχοί κατά τη διάρκεια μιας στροφής