299 αποτελέσματα για «半»
半人 はんにん
ουσιαστικό
- 01 άχρηστος, ανάξιος, ακατάλληλος
- 02 μισάνθρωπος (ειδικότερα το άνω μέρος του σώματος)
- 03 μισή ημέρα (π.χ. κατά την εργασία)
半個室 はんこしつ
ουσιαστικό
- 01 ημιιδιωτικός χώρος, μερικώς απομονωμένος χώρος
半波長 はんはちょう
ουσιαστικό
- 01 ημιμήκος κύματος
半腱様筋 はんけんようきん
ουσιαστικό
- 01 ημιτενοντώδης μυς, ημιτενοντώδης
半円アーチ はんえんアーチ
ουσιαστικό
- 01 ημικυκλικό τόξο, κυκλικό τόξο
半波 はんぱ
άλλο
- 01 ημικύματος
半首 はつぶり
ουσιαστικό
- 01 σιδερένιο προστατευτικό προσώπου που καλύπτει το μέτωπο και τα μάγουλα (χρησιμοποιούνταν κατά τις περιόδους Χεϊάν και Καμακούρα)
半年払い はんとしばらい
ουσιαστικό
- 01 εξαμηνιαία πληρωμή, πληρωμή ανά εξάμηνο
半導体集積回路 はんどうたいしゅうせきかいろ
ουσιαστικό
- 01 ημιαγωγικό ολοκληρωμένο κύκλωμα
半独占 はんどくせん
ουσιαστικό
- 01 ημιμονοπώλιο, οιονεί μονοπώλιο
半値幅 はんちはば
ουσιαστικό
- 01 ημιπλάτος, εύρος κορυφής στο μισό του μέγιστου
半値全幅 はんちぜんはば
ουσιαστικό
- 01 πλήρες πλάτος στο μισό του μεγίστου, FWHM
半導体検出器 はんどうたいけんしゅつき
ουσιαστικό
- 01 ημιαγωγικός ανιχνευτής, ανιχνευτής στερεάς κατάστασης
半群 はんぐん
ουσιαστικό
- 01 ημιομάδα
半金属 はんきんぞく
ουσιαστικό
- 01 ημιμέταλλο
半神半人 はんしんはんじん
ουσιαστικό
- 01 ημίθεος
半経験的 はんけいけんてき
επίθετο
- 01 ημιεμπειρικός
半勃ち はんだち
ουσιαστικό
- 01 ημιστύρωση, μερική στύση
半
- 01 μισό
- 02 μέση, μέσο
- 03 μονός αριθμός
- 04 ημι-
- 05 μερικός