325 αποτελέσματα για «反»
反セム はんセム
ουσιαστικό
- 01 αντισημιτισμός
反栄養素 はんえいようそ
ουσιαστικό
- 01 αντιθρεπτικό συστατικό
反核活動家 はんかくかつどうか
ουσιαστικό
- 01 ακτιβιστής κατά των πυρηνικών
反移民 はんいみん
ουσιαστικό
- 01 αντιμεταναστευτικός
反人種差別 はんじんしゅさべつ
ουσιαστικό
- 01 αντιρατσισμός
反出生主義 はんしゅっしょうしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 αντιγεννητισμός
反ワクチン派 はんワクチンは
ουσιαστικό
- 01 αντιεμβολιαστής, πολέμιος των εμβολίων
反鼻 ハンピ
ουσιαστικό
- 01 αποξηραμένο δέρμα οχιάς που χρησιμοποιείται στην κινεζική φυτική ιατρική
反社会主義 はんしゃかいしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 αντικοινωνισμός
反民主主義 はんみんしゅしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 αντιδημοκρατική σκέψη, αντιδημοκρατική ιδεολογία
反ワク はんワク
ουσιαστικό
- 01 αντιεμβολιαστικός, αντιεμβολιαστής
反結合 はんけつごう
άλλο
- 01 αντιδεσμικός, οπίσθια σύζευξη
反民主的 はんみんしゅてき
επίθετο
- 01 αντιδημοκρατικός
反社チェック はんしゃチェック
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος ιστορικού για συνδέσμους με το οργανωμένο έγκλημα
反動減 はんどうげん
ουσιαστικό
- 01 υποχώρηση (ως αντίδραση σε κάποιο γεγονός), κάμψη
反成長 はんせいちょう
ουσιαστικό
- 01 αποανάπτυξη, αντιανάπτυξη
反転攻勢 はんてんこうせい
ουσιαστικό
- 01 αντεπίθεση
反社会 はんしゃかい
άλλο
- 01 αντικοινωνικός, αντίθετος προς τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη
反り返り そりかえり
ουσιαστικό
- 01 στρέβλωση, κάμψη, αναδίπλωση
反り上がる そりあがる
ρήμα
- 01 λυγίζω προς τα πάνω, κυρτώνω προς τα πάνω