518 αποτελέσματα για «外»
外形寸法 がいけいすんぽう
ουσιαστικό
- 01 εξωτερικές διαστάσεις
外挿 がいそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρεκβολή
外国人タレント がいこくじんタレント
ουσιαστικό
- 01 αλλοδαπός τηλεοπτικός ή ραδιοφωνικός αστέρας (στην Ιαπωνία)
外接円 がいせつえん
ουσιαστικό
- 01 περιγεγραμμένος κύκλος
外合 がいごう
ουσιαστικό
- 01 ανώτερη σύνοδος
外国人登録 がいこくじんとうろく
ουσιαστικό
- 01 εγγραφή αλλοδαπών, δήλωση κατοικίας αλλοδαπών
外積 がいせき
ουσιαστικό
- 01 εξωτερικό γινόμενο, διανυσματικό γινόμενο
外向性 がいこうせい
ουσιαστικό
- 01 εξωστρέφεια
外祖母 がいそぼ
ουσιαστικό
- 01 γιαγιά από τη μητέρα
外部結合 がいぶけつごう
ουσιαστικό
- 01 εξωτερική σύνδεση (π.χ. σε σχεσιακή βάση δεδομένων), αριστερή εξωτερική σύνδεση
- 02 εξωτερική σύζευξη, εξωτερική διασύνδεση
外交官補 がいこうかんほ
ουσιαστικό
- 01 δόκιμος διπλωμάτης
外部スイッチ がいぶスイッチ
ουσιαστικό
- 01 εξωτερικός διακόπτης
外賓 がいひん
ουσιαστικό
- 01 ξένος επισκέπτης
外眼筋 がいがんきん
ουσιαστικό
- 01 εξωοφθαλμικοί μύες
外国債 がいこくさい
ουσιαστικό
- 01 εξωτερικό δάνειο, εξωτερικό χρέος, ξένο ομόλογο
外部データ がいぶデータ
ουσιαστικό
- 01 εξωτερικά δεδομένα
外婚 がいこん
ουσιαστικό
- 01 εξωγαμία
外壁材 がいへきざい
ουσιαστικό
- 01 υλικό εξωτερικής επένδυσης, υλικό εξωτερικού τοίχου
外猫 そとねこ
ουσιαστικό
- 01 γάτα εξωτερικού χώρου
外洋性 がいようせい
ουσιαστικό
- 01 πελαγίσιος