369 αποτελέσματα για «多»

多倍精度 たばいせいど

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλή ακρίβεια
多品種中少量生産システム たひんしゅちゅうしょうりょうせいさんシステム

ουσιαστικό

  1. 01 ευέλικτο σύστημα παραγωγής, FMS
多符号核具象構文 たふごうかくぐしょうこうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 πολυκωδική δομική συγκεκριμένη σύνταξη
多符号基本具象構文 たふごうきほんぐしょうこうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 πολυκωδική βασική συγκεκριμένη σύνταξη
多符号具象構文 たふごうぐしょうこうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 πολυκωδική συγκεκριμένη σύνταξη
多酸塩基 たさんえんき

ουσιαστικό

  1. 01 πολυοξική βάση
多層建て列車 たそうだてれっしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πολυτμηματικό τρένο, συρμός που αποτελείται από την ένωση δύο ή περισσότερων τρένων με διαφορετική αφετηρία ή προορισμό
多価アルコール たかアルコール

ουσιαστικό

  1. 01 πολυαλκοόλη
多峰 たほう

ουσιαστικό

  1. 01 πολυτροπικός
多峰性 たほうせい

ουσιαστικό

  1. 01 πολυτροπικότητα, πολυτροπικός
多様性解析 たようせいかいせき

ουσιαστικό

  1. 01 ανάλυση ποικιλομορφίας
多形核 たけいかく

ουσιαστικό

  1. 01 πολυμορφοπύρηνος
多形核球 たけいかくきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πολυμορφοπύρηνο λευκοκύτταρο
多形核白血球 たけいかくはっけっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πολυμορφοπύρηνο λευκοκύτταρο
多丘歯目 たきゅうしもく

ουσιαστικό

  1. 01 πολυφυσιόδοντα (εξαφανισμένη τάξη θηλαστικών που έμοιαζαν με τρωκτικά)
多雪地帯 たせつちたい

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή με έντονη χιονόπτωση
多目的原子炉 たもくてきげんしろ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιδραστήρας πολλαπλών χρήσεων
多毛綱 たもうこう

ουσιαστικό

  1. 01 πολύχαιτοι (ομοταξία δακτυλιοσκωλήκων)
多極分散 たきょくぶんさん

ουσιαστικό

  1. 01 αποκέντρωση μέσω πολυπολισμού
多尿症 たにょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πολυουρία