826 αποτελέσματα για «小»
小上がり こあがり
ουσιαστικό
- 01 υπερυψωμένος χώρος με δάπεδο τατάμι (συνηθισμένος σε παραδοσιακά εστιατόρια)
小宴 しょうえん
ουσιαστικό
- 01 μικρή δεξίωση (ή δείπνο)
小1 しょういち
ουσιαστικό
- 01 πρώτη τάξη δημοτικού, μαθητής πρώτης τάξης δημοτικού
小策 しょうさく
ουσιαστικό
- 01 μικροτέχνασμα, πονηριά
小選挙区 しょうせんきょく
ουσιαστικό
- 01 μονοεδρική εκλογική περιφέρεια
小アジア しょうアジア
ουσιαστικό
- 01 Μικρά Ασία, Ανατολία
小半日 こはんにち
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 σχεδόν μισή μέρα, περίπου μισή μέρα
小天狗 こてんぐ
ουσιαστικό
- 01 μικρό κοτένγκου
- 02 ελπιδοφόρος νέος ασκούμενος στις πολεμικές τέχνες
小膝 こひざ
ουσιαστικό
- 01 κοριτσίστικο γόνατο
小バエ こばえ
ουσιαστικό
- 01 μικρή οικιακή μύγα (π.χ. φρουτόμυγα)
小屋掛け こやがけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στήσιμο σκηνής, ανέγερση καλύβας ή σκηνής (π.χ. τσίρκου)
- 02 σκηνή ή καλύβα (για θέατρο, τσίρκο κ.λπ.)
小足 こあし
ουσιαστικό
- 01 μικρά, διστακτικά βήματα
小児性愛者 しょうにせいあいしゃ
ουσιαστικό
- 01 παιδεραστής
小理屈 こりくつ
ουσιαστικό
- 01 ανούσιο επιχείρημα, σχολαστικισμός
小売価格 こうりかかく
ουσιαστικό
- 01 λιανική τιμή
小見出し こみだし
ουσιαστικό
- 01 υπότιτλος, επικεφαλίδα ενότητας
小遣い銭 こづかいせん
ουσιαστικό
- 01 χαρτζιλίκι, χρήματα για μικροέξοδα
小鬢 こびん
ουσιαστικό
- 01 τούφα μαλλιών (στα πλάγια του κεφαλιού)
小荷物 こにもつ
ουσιαστικό
- 01 δέμα, πακέτο
小像 しょうぞう
ουσιαστικό
- 01 ειδώλιο, αγαλματίδιο