448 αποτελέσματα για «文»

文字落ち もじおち

ουσιαστικό

  1. 01 χαμένος χαρακτήρας
文題 ぶんだい

ουσιαστικό

  1. 01 θέμα, αντικείμενο
文字読取り装置 もじよみとりそうち

ουσιαστικό

  1. 01 συσκευή ανάγνωσης χαρακτήρων
文節数 ぶんせつすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός φράσεων
文質彬彬 ぶんしつひんぴん

ουσιαστικό

  1. 01 αρμονία ομορφιάς και ουσίας, (τέλεια) ισορροπία εμφάνισης και χαρακτήρα
  2. 02 αρμονία φινέτσας και απλότητας
文化地理学 ぶんかちりがく

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτισμική γεωγραφία
文字多重放送 もじたじゅうほうそう

ουσιαστικό

  1. 01 τηλετέξτ
文を組み立てる ぶんをくみたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σχηματίζω πρόταση
文を以て立つ ぶんをもってたつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 ζω από το γράψιμο
文字合わせ錠 もじあわせじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κλειδαριά με συνδυασμό
文法性 ぶんぽうせい

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματική ορθότητα
文字符号化法 もじふごうかほう

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα κωδικοποίησης χαρακτήρων
文字符号系 もじふごうけい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα κωδικοποίησης χαρακτήρων
文化観光省 ぶんかかんこうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού
文武兼備 ぶんぶけんび

ουσιαστικό

  1. 01 καταρτισμένος τόσο στα γράμματα όσο και στις πολεμικές τέχνες, ικανός στη χρήση τόσο του σπαθιού όσο και της πένας
文暦 ぶんりゃく

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Μπουνριάκου (5 Νοεμβρίου 1234 - 19 Σεπτεμβρίου 1235)
文化心理学 ぶんかしんりがく

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτισμική ψυχολογία
文繞 ぶんにょう

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό «λογοτεχνία» (ριζικό 67)
文目鳥 あやめどり

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)
文匣 ぶんこう

ουσιαστικό

  1. 01 κιβώτιο εγγράφων