288 αποτελέσματα για «時»

時雨れる しぐれる

ρήμα

  1. 01 βρέχει κατά διαστήματα, ψιχαλίζει, παρουσιάζει αστάθεια ο καιρός
時計方向 とけいほうこう

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιόστροφη κατεύθυνση
時間の遅れ じかんのおくれ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 διαστολή του χρόνου
時計工 とけいこう

ουσιαστικό

  1. 01 ωρολογοποιός
時限信管 じげんしんかん

ουσιαστικό

  1. 01 πυροκροτητής χρόνου, ωρολογιακός πυροκροτητής
時枝文法 ときえだぶんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 Γραμματική του Τοκιέντα (ιαπωνική γραμματική που δημιουργήθηκε από τον Μοτόκι Τοκιέντα)
時事通信 じじつうしん

ουσιαστικό

  1. 01 Τζίτζι Πρες
  1. 01 χρόνος
  2. 02 ώρα