418 αποτελέσματα για «有»
有り丈 ありたけ
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 ό,τι έχει κανείς, ό,τι υπάρχει, το σύνολο
有妻 ゆうさい
ουσιαστικό
- 01 έγγαμος, αυτός που έχει σύζυγο
有るべき あるべき
άλλο
- 01 ιδανικός, επιθυμητός, ο ενδεδειγμένος τρόπος, στόχος, σκοπός
有機塩溶媒 ゆうきえんようばい
ουσιαστικό
- 01 οργανοχλωριούχος διαλύτης
有効ポテンシャル ゆうこうポテンシャル
ουσιαστικό
- 01 ενεργός δυναμικό
有効作用 ゆうこうさよう
ουσιαστικό
- 01 αποτελεσματική δράση
有効数字 ゆうこうすうじ
ουσιαστικό
- 01 σημαντικά ψηφία
有体資産 ゆうたいしさん
ουσιαστικό
- 01 ενσώματα περιουσιακά στοιχεία
有体動産 ゆうたいどうさん
ουσιαστικό
- 01 ενσώματη κινητή περιουσία
有功章 ゆうこうしょう
ουσιαστικό
- 01 παράσημο για αξιόλογη προσφορά (γιουκόσο)
有気音 ゆうきおん
ουσιαστικό
- 01 δασύς φθόγγος, δασύ σύμφωνο
有色野菜 ゆうしょくやさい
ουσιαστικό
- 01 λαχανικά με έντονο χρώμα
有声音化 ゆうせいおんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φωνητικοποίηση
有限花序 ゆうげんかじょ
ουσιαστικό
- 01 ορισμένη ταξιανθία
有限級数 ゆうげんきゅうすう
ουσιαστικό
- 01 πεπερασμένη σειρά
有り高 ありだか
ουσιαστικό
- 01 διαθέσιμο χρηματικό ποσό, υπόλοιπο
有畜農業 ゆうちくのうぎょう
ουσιαστικό
- 01 γεωργία που συνδυάζεται με την κτηνοτροφία
有害食品 ゆうがいしょくひん
ουσιαστικό
- 01 επιβλαβές τρόφιμο
有配 ゆうはい
ουσιαστικό
- 01 μερισματοφόρος (μετοχή)
有期年金 ゆうきねんきん
ουσιαστικό
- 01 ασφάλιση ορισμένης διάρκειας, συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ορισμένης διάρκειας