318 αποτελέσματα για «発»

発塵 はつじん

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγή σκόνης, εκπομπή σκόνης, δημιουργία σκόνης
発酵工学 はっこうこうがく

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνολογία ζύμωσης
発酵学 はっこうがく

ουσιαστικό

  1. 01 ζυμολογία, επιστήμη της ζύμωσης
発散型境界 はっさんがたきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 αποκλίνον όριο, αποκλίνον όριο πλακών, εποικοδομητικό όριο, επεκτατικό όριο
発泡ゴム はっぽうゴム

ουσιαστικό

  1. 01 αφρώδες καουτσούκ
発熱反応 はつねつはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 εξώθερμη αντίδραση, εξώθερμη χημική αντίδραση
発災 はっさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκδήλωση καταστροφής, ξέσπασμα
発音区別符号 はつおんくべつふごう

ουσιαστικό

  1. 01 διακριτικό σημείο, διακριτικό
発痘 はっとう

ουσιαστικό

  1. 01 εμφάνιση εξανθημάτων, ξέσπασμα ευλογιάς
発達凸凹 はったつでこぼこ

ουσιαστικό

  1. 01 αναπτυξιακές αποκλίσεις, αναπτυξιακή διαταραχή, νευροδιαφορετικότητα
発着便 はっちゃくびん

ουσιαστικό

  1. 01 πτήσεις άφιξης και αναχώρησης, αφίξεις και αναχωρήσεις
発注者 はっちゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παραγγελιοδότης, αγοραστής, πελάτης
発砲音 はっぽうおん

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος πυροβολισμού, πυροβολισμοί
発番 はつばん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραγωγή αριθμού, έκδοση αριθμού
発注書 はっちゅうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 εντολή αγοράς, σημείωμα παραγγελίας, έγγραφη παραγγελία
発生学者 はっせいがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυολόγος
発送日 はっそうび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα αποστολής
発見器 はっけんき

ουσιαστικό

  1. 01 ανιχνευτής, μηχάνημα ανίχνευσης, συσκευή ανίχνευσης
発熱相談センター はつねつそうだんセンター

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο συμβουλευτικής για τον πυρετό
発達性協調運動障害 はったつせいきょうちょううんどうしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 αναπτυξιακή διαταραχή του συντονισμού των κινήσεων, αναπτυξιακή δυσπραξία