324 αποτελέσματα για «立»

立体飼育 りったいしいく

ουσιαστικό

  1. 01 εκτροφή σε κλουβιά, συστηματική εκτροφή σε επίπεδα
立つ崎 たつさき

ουσιαστικό

  1. 01 όρθια μορφή του χαρακτήρα για το ακρωτήρι
立会い分娩 たちあいぶんべん

ουσιαστικό

  1. 01 τοκετός με την παρουσία του πατέρα, τοκετός με την παρουσία του συζύγου
立軸 たてじく

ουσιαστικό

  1. 01 κατακόρυφος άξονας, όρθιος άξονας βραχίονα
立宗 りっしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ίδρυση θρησκείας (ή αίρεσης)
立体美 りったいび

ουσιαστικό

  1. 01 ομορφιά της μορφής ή της αναλογίας (σε ένα δημιουργημένο αντικείμενο), τρισδιάστατη ομορφιά
立体印刷 りったいいんさつ

ουσιαστικό

  1. 01 στερεοσκοπική εκτύπωση
立忍 たちしのぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική φτέρη, φτέρη-καρότο
立体異性 りったいいせい

ουσιαστικό

  1. 01 στερεοϊσομέρεια
立ち寄り湯 たちよりゆ

ουσιαστικό

  1. 01 λούσιμο σε ιαματικά λουτρά χωρίς διανυκτέρευση
立方最密充填構造 りっぽうさいみつじゅうてんこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 κυβική στοίβαξη κατά προσέγγιση
立拝 りっぱい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσευχή από όρθια στάση, λατρεία όρθιος
立茎 りっけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στήριξη βλαστών σπαραγγιού κατά την καλλιέργεια
立憲民主 りっけんみんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα της Ιαπωνίας
立法事務費 りっぽうじむひ

ουσιαστικό

  1. 01 δαπάνες νομοθετικού έργου, μηνιαίο επίδομα 650.000 γεν ανά βουλευτή που καταβάλλεται στις κοινοβουλευτικές ομάδες για τη διεξαγωγή ερευνών σχετικών με τη νομοθεσία
立県 りっけん

ουσιαστικό

  1. 01 ανάδειξη νομού (π.χ. ως τουριστικός προορισμός), προώθηση νομού
立て削り盤 たてけずりばん

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετη πλάνη (εργαλειομηχανή)
立三本 たてさんぼん

ουσιαστικό

  1. 01 τριπλέτα φύλλων του Απριλίου, Μαΐου, Ιουλίου ή Δεκεμβρίου (σε μοιρασμένο χέρι)
立場がない たちばがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 βρίσκομαι σε αμήχανη θέση, περιέρχομαι σε δίλημμα, χάνω το πρόσωπό μου, χάνω την αξιοπιστία μου, διασύρομαι
立ち込む たちこむ

ρήμα

  1. 01 συνωστίζομαι, γεμίζω από κόσμο