323 αποτελέσματα για «経»
経済的不平等 けいざいてきふびょうどう
ουσιαστικό
- 01 οικονομική ανισότητα
経会陰生検 けいえいんせいけん
ουσιαστικό
- 01 διαπερινεϊκή βιοψία (κυρίως του προστάτη)
経営協会 けいえいきょうかい
ουσιαστικό
- 01 σύλλογος διοίκησης, συνέδριο διοίκησης, ινστιτούτο διοίκησης
経営家族主義 けいえいかぞくしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 οικογενειοκρατική διοίκηση, πατερναλιστική διοίκηση, οργανωσιακή φιλοσοφία οικογενειακού στυλ διοίκησης
経済難民 けいざいなんみん
ουσιαστικό
- 01 οικονομικός πρόσφυγας
経済ナショナリズム けいざいナショナリズム
ουσιαστικό
- 01 οικονομικός εθνικισμός
経営危機 けいえいきき
ουσιαστικό
- 01 κρίση διαχείρισης (μιας επιχείρησης), οικονομική δυσχέρεια
経済不況 けいざいふきょう
ουσιαστικό
- 01 οικονομική ύφεση
経距 けいきょ
ουσιαστικό
- 01 αναχώρηση (τοπογραφία κ.λπ.)
経費支弁者 けいひしべんしゃ
ουσιαστικό
- 01 οικονομικός υποστηρικτής (αιτούντος βίζα), χρηματοδότης
経済特別区 けいざいとくべつく
ουσιαστικό
- 01 ειδική οικονομική ζώνη (Κίνα)
経済再生 けいざいさいせい
ουσιαστικό
- 01 οικονομική ανάκαμψη
経済的自立 けいざいてきじりつ
ουσιαστικό
- 01 οικονομική ανεξαρτησία, αυτάρκεια, αυτονομία
経費率 けいひりつ
ουσιαστικό
- 01 δείκτης εξόδων
経済省 けいざいしょう
ουσιαστικό
- 01 υπουργείο οικονομικών υποθέσεων (ιαπωνία· 1964-1969)
- 02 υπουργείο οικονομίας (βραζιλία), υπουργείο οικονομικών
経営手腕 けいえいしゅわん
ουσιαστικό
- 01 διαχειριστική ικανότητα, διοικητική δεξιότητα
経鼻胃管 けいびいかん
ουσιαστικό
- 01 ρινογαστρικός καθετήρας, ρινογαστρικός σωλήνας
経済統合協定 けいざいとうごうきょうてい
ουσιαστικό
- 01 συμφωνία οικονομικής ολοκλήρωσης, συμφωνία οικονομικής ενοποίησης
経企 けいき
ουσιαστικό
- 01 εταιρικός σχεδιασμός (τμήμα, κλπ.)
経営企画 けいえいきかく
ουσιαστικό
- 01 εταιρικός σχεδιασμός, διαχειριστικός προγραμματισμός