305 αποτελέσματα για «行»

行政事件訴訟法 ぎょうせいじけんそしょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί διοικητικών διαφορών
行為能力者 こういのうりょくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο με πλήρη ικανότητα για δικαιοπραξία
行事食 ぎょうじしょく

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτινό φαγητό, φαγητό που συνδέεται με μια συγκεκριμένη εποχιακή γιορτή
行旅死亡人 こうりょしぼうにん

ουσιαστικό

  1. 01 αζήτητος ταξιδιώτης που απεβίωσε (κοριοσίμπονιν)
行政サービス ぎょうせいサービス

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητική υπηρεσία, δημόσιες υπηρεσίες, υπηρεσίες χρηματοδοτούμενες από φόρους, κυβερνητικές υπηρεσίες
行政解剖 ぎょうせいかいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 νεκροτομή που διενεργείται με εντολή κυβερνητικών αρχών
行き止まる ゆきどまる

ρήμα

  1. 01 καταλήγω σε αδιέξοδο, φτάνω σε τέλμα, βαλτώνω
行縢 むかばき

ουσιαστικό

  1. 01 ύφασμα ή δέρμα που χρησιμοποιείται για την κάλυψη των ποδιών κατά τη διάρκεια ταξιδιών και του κυνηγιού
行政罰 ぎょうせいばつ

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητική ποινή, διοικητική κύρωση
行っちまえ いっちまえ

επιφώνημα

  1. 01 φύγε, τράβα στον διάολο, δρόμο
行政機構 ぎょうせいきこう

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητική οργάνωση, διοικητικό σύστημα, διοικητική δομή
行き足 ゆきあし

ουσιαστικό

  1. 01 ορμή (π.χ. πλοίου)
行平 ゆきひら

ουσιαστικό

  1. 01 πήλινο σκεύος, πήλινη κατσαρόλα
  2. 02 κατσαρόλα αλουμινίου με λαβή (συνήθως ξύλινη) και συχνά με ανάγλυφο μοτίβο σε σχήμα νιφάδας χιονιού
行動を起こす こうどうをおこす

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω δράση, προβαίνω σε ενέργειες
行き大名の帰り乞食 ゆきだいみょうのかえりこじき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ξοδεύω αλόγιστα στο ταξίδι της μετάβασης και μένω χωρίς χρήματα στην επιστροφή, φεύγω σαν άρχοντας και επιστρέφω ζητιάνος
行政的 ぎょうせいてき

επίθετο

  1. 01 διοικητικός, εκτελεστικός
行使罪 こうしざい

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλοφορία (π.χ. πλαστών εγγράφων), μη εξουσιοδοτημένη χρήση
行き倒れる いきだおれる

ρήμα

  1. 01 καταρρέω στον δρόμο (από ασθένεια, πείνα, εξάντληση κ.λπ.), πεθαίνω πέφτοντας στον δρόμο
行政警察 ぎょうせいけいさつ

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητική αστυνομία
行為障害 こういしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διαταραχή διαγωγής, CD