310 αποτελέσματα για «重»

重度身体障害者 じゅうどしんたいしょうがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο με σοβαρή σωματική αναπηρία
重度身体障害 じゅうどしんたいしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 σοβαρή σωματική αναπηρία
重度知的障害者 じゅうどちてきしょうがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο με βαριά νοητική αναπηρία
重度知的障害 じゅうどちてきしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 βαριά νοητική αναπηρία
重複文 じゅうふくぶん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετη-περίπλοκη πρόταση
重要インフラ じゅうようインフラ

ουσιαστικό

  1. 01 κρίσιμη υποδομή
重点措置 じゅうてんそち

ουσιαστικό

  1. 01 ημι-κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τα μέτρα κατά της COVID-19, καθεστώς προ-έκτακτης ανάγκης για την COVID-19
重症患者 じゅうしょうかんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενής με σοβαρή ασθένεια, ασθενής με κρίσιμη κατάσταση, βαρέως πάσχων ασθενής
重度障害 じゅうどしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 βαριά αναπηρία
重国籍者 じゅうこくせきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κάτοχος πολλαπλών (π.χ. διπλής) υπηκοοτήτων, άτομο με διπλή υπηκοότητα, πολίτης δύο κρατών
重要事実 じゅうようじじつ

ουσιαστικό

  1. 01 ουσιώδες πραγματικό περιστατικό, ουσιώδης πληροφορία
重量不足 じゅうりょうぶそく

ουσιαστικό

  1. 01 ελλιπές βάρος
  2. 02 λιποβαρής
重解 じゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλή ρίζα
重根 じゅうこん

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλή ρίζα
重量物運搬船 じゅうりょうぶつうんぱんせん

ουσιαστικό

  1. 01 φορτηγό πλοίο βαρέων αντικειμένων, πλοίο μεταφοράς βαρέων φορτίων, πλοίο ανύψωσης βαρέων φορτίων
重硬 じゅうこう

επίθετο

  1. 01 βαρύς και σκληρός (για ξυλεία)
重箱の隅 じゅうばこのすみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ασήμαντα πράγματα, λεπτομέρειες χωρίς σημασία, μικροπράγματα
重課金 じゅうかきん

ουσιαστικό

  1. 01 δαπανώ μεγάλα ποσά για εικονικά αγαθά ή προνομιακές δυνατότητες (σε βιντεοπαιχνίδι, σε υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης, κ.λπ.)
重い尻 おもいしり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τεμπέλης, νωθρός (αυτός που αργεί να αναλάβει δράση)
重合反応 じゅうごうはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 αντίδραση πολυμερισμού